Fractal

Το αγαπημένο μου βιβλίο από τον Αλέξη Πανσέληνο

Γράφει η Εύα Στάμου //

 

mpaletΑφηγηματικός πυρήνας στις «Βραδιές μπαλέτου», είναι οι αγωνιώδεις προσπάθειες, κι οι μηχανορραφίες στις οποίες σχεδόν άθελά τους μπλέκονται η Κάτια Γεροδήμου κι ο Χριστόφορος Καλλίτσης, νεαροί χορευτές, προκειμένου να αναδειχθούν επαγγελματικά, παρασυρμένοι από έναν μυστηριώδη, ηλικιωμένο άντρα που δημιουργεί μια ιδιόμορφη σχέση με την Κάτια. Ένα «ημερολόγιο-διαθήκη» και η ξαφνική εμφάνιση δύο γοητευτικών, αλλά και γεμάτων ιδιορρυθμίες αριστερών, θα ξετυλίξουν για χάρη της ηρωίδας και των αναγνωστών την προσωπική ιστορία τους που δεν είναι άλλη από την ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας.

 

Η ιστορία των ηρώων απλώνεται σε έξι σχεδόν δεκαετίες, ξεκινώντας από τον εμφύλιο και τον ανταρτοπόλεμο στους δρόμους της Αθήνας, προχωρώντας στην επταετία και την πρώτη μεταπολίτευση και φτάνοντας έως το τέλος του ’80, εποχή όπου μεσουρανεί το ΠΑΣΟΚ. Για τους νεότερους αναγνώστες πρόκειται για ένα μάθημα μικρο-ιστορίας, μια στοχαστική επίσκεψη στο πρόσφατο παρελθόν της χώρας μας που πολλοί σίγουρα αγνοούν, ένα ταξίδι με οδηγούς τους λογοτεχνικούς ήρωες (επαναστάτες, αγωνιστές, διανοούμενους της αριστεράς) και αντιήρωες (χαφιέδες, φασίστες, δειλούς ή βολεμένους του συστήματος) που αποδίδει εναργώς ο συγγραφέας.

Θεωρώ, επίσης, σημαντικό ότι τρεις από τους κεντρικούς χαρακτήρες του βιβλίου βρίσκονται στο στάδιο της  τρίτης ηλικίας και προσπαθούν να συμβιβάσουν τα όσα νιώθουν κι επιθυμούν με το άγχος και τη δυσφορία που προκαλεί το γήρας, η εμπειρία της ασθένειας και ο φόβος του θανάτου. Η προσωπικότητα, οι συνήθειες, τα γούστα, τα καλά και τ” ανάποδα του χαρακτήρα τους, παρουσιάζονται από τον Αλέξη Πανσέληνο με μοναδική γλαφυρότητα. Παρά την προχωρημένη ηλικία τους, τα προσωπικά, πολιτικά, κι ερωτικά πάθη των τριών φίλων, εξακολουθούν να διαμορφώνουν τον βίο τους. Η ερωτική τους  λαχτάρα για νεαρές γυναίκες, ο μεταξύ τους ανταγωνισμός, η επιθυμία να απολαύσουν την ζωή ως την τελευταία σταγόνα, αλλά και να προστατέψουν την δημόσια εικόνα και την υστεροφημία τους, ακυρώνει πολλά από τα στερεότυπα που θέλουν τους ηλικιωμένους βαρετούς και άχρωμους, αδιάφορους για το παρόν, δίχως φιλοδοξίες, «άφυλους» και ανέραστους.

Οι πρωταγωνιστές του Αλέξη Πανσέληνου είναι πειστικοί, σε βαθμό που νομίζεις ότι κρυφακούς τις συζητήσεις τους και  ασυναίσθητα κρατάς την αναπνοή σου για να μην χαλάσεις την μαγεία της στιγμής. Οι τρεις ηλικιωμένοι φίλοι, όπως φαίνεται από τα αποσπάσματα του ημερολογίου, αλλά και από την μεταξύ τους επαφή, παρά τα ελαττώματά και τις φοβίες τους, απολαμβάνουν μεν το παρόν αλλά έχουν την ανάγκη να το συνδέουν με τα διαφορετικά στάδια του παρελθόντος τους, καθώς η μνήμη παίζει πλέον στην ηλικία τους καθοριστικό ρόλο.

Οι μεγαλύτεροι έχουν συνεπώς αυτό που απουσιάζει από τις ζωές των νεαρών πρωταγωνιστών, της Κάτιας και του Χριστόφορου: μια αίσθηση συνέχειας που σαν ανεπαίσθητο νήμα ενώνει αυτό που υπήρξαν με αυτό που είναι και αυτό που θα γίνουν στο μέλλον. Τα διαφορετικά κομμάτια της ταυτότητας τους -προσωπική, επαγγελματική, πολιτική, ερωτική – ακόμα και μέσα από τις αντιφάσεις τους, συνδέονται με έναν διαυγή τρόπο που νοηματοδοτεί τις πράξεις τους.

 

Αλέξης Πανσέληνος

Αλέξης Πανσέληνος

 

Οι νέοι αντίθετα φαίνεται να κάνουν άστοχες, ασύνδετες κινήσεις, χωρίς πραγματικό νόημα, με αποτέλεσμα να μην κατανοούν ούτε τι ακριβώς τους συμβαίνει, ούτε πώς να προστατέψουν τους εαυτούς τους από τις επιπόλαιες ή χυδαίες επαφές, που τους αφήνουν μπερδεμένους μα και λαβωμένους σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο. Αυτό μοιάζει ιδιαίτερα περίεργο για ανθρώπους των οποίων ακόμα και οι πιο κοντινές σχέσεις καθορίζονται από το προσωπικό συμφέρον και την επιθυμία επαγγελματικής ανέλιξης. Αυτή η ασυνέχεια και η δυσκολία κατανόησης τής κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας χαρακτηρίζει άλλωστε πολλούς νέους Έλληνες.

Οι ηλικιωμένοι πρωταγωνιστές παρά την φιλαυτία, την ιδιοτέλεια, το ναρκισσισμό, την δειλία,  έχουν ζήσει μεγάλο μέρος της ζωής τους ως πολιτικά όντα, έχουν αγωνιστεί για όσα σωστά ή λάθος πιστεύουν, έχουν πληρώσει κάποιες φορές σκληρά τα σφάλματά τους, έχουν υποστεί την κριτική των συγχρόνων τους. Φαίνεται όμως ότι ο συγγραφέας δεν τους θεωρεί άμοιρους ευθυνών. Αντίθετα, η ανικανότητά τους να μεταλαμπαδεύσουν στις νεότερες γενιές κάποιες από τις αρχές για τις οποίες αγωνίστηκαν και, το σπουδαιότερο, να ζήσουν και οι ίδιοι σύμφωνα με την ιδεολογία τους, φαίνεται να τους καθιστά υπεύθυνους για αρκετά από τα δεινά που έχουν βρει τη χώρα μας.

Οι συναντήσεις, τυχαίες ή προμελετημένες, οι συζητήσεις, που είτε μένουν ανοιχτές για δεκαετίες είτε ολοκληρώνονται σε ένα βράδυ, οι δισταγμοί και τα ρίσκα των νεαρών και ηλικιωμένων ηρώων, θυμίζουν και αυτά χορευτικές κινήσεις που είναι, κάποιες φορές, αποτέλεσμα επιμελούς πρόβας και, κάποιες άλλες, σπασμωδικού αυτοσχεδιασμού.

Η εντύπωση που κυριαρχεί τελειώνοντας το μυθιστόρημα – άλλοτε καυστική κι άλλοτε παρηγορητική -είναι πως όχι μόνο οι θεατρικές και καλλιτεχνικές ομάδες που τόσο εύστοχα σχολιάζει ο συγγραφέας, αλλά και η Ελλάδα ολόκληρη, θυμίζει ένα τεράστιο μπουλούκι που χωρίς πρόγραμμα και αίσθηση ιστορικής συνέχειας, αγωνίζεται με κόλπα και τεχνάσματα, μικρά και μεγάλα ψέματα, που διαδίδονται από γενιά σε γενιά, αυταπάτες κι αρπαχτές, να εξασφαλίσει όχι μόνο την επιβίωση μα και την διατήρηση της εικόνας που έπλασε για τον εαυτό της.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Back to Top