Fractal

Κανείς δεν μπορεί να μιλάει εκ μέρους κάποιου άλλου

Γράφει η Τζένη Μανάκη //

 

tropoiAlejandro Zambra «Τρόποι για να γυρίζεις σπίτι», Μετάφραση : Αχιλλέας Κυριακίδης, Εκδ. Ίκαρος

 

«Είναι φορές που όσο και αν το προσπαθήσουμε, συνειδητοποιούμε πως ξέρουμε ότι δεν μπορούμε να χαθούμε. Κι ίσως νοσταλγούμε την εποχή όπου μπορούσαμε να χαθούμε, την εποχή όπου όλοι οι δρόμοι ήταν άγνωστοι».

 

Η απώλεια της αθωότητας της παιδικής ηλικίας, η νοσταλγία για την άγνοια αυτών που συνέβαιναν γύρω, χωρίς επίγνωση επικινδυνότητας ή καταστροφικών συνεπειών, και η ανάγκη μιας επιστροφής για επανεξέταση και κατανόηση, είναι το κυρίαρχο ζήτημα σ’ αυτό το αυτοαναφορικό, συμβολικό μυθιστόρημα του Αλεχάντρο Ζάμπρα. Τότε, που η παιδική φαντασία ερμήνευε ανθρώπους και φυσικά φαινόμενα με το δικό της τρόπο, μακριά από την άγνωστη τραγικότητα της αλήθειας.

 

«Μεγαλώσαμε, αυτό πιστεύοντας: ότι το μυθιστόρημα είναι των γονέων. Τους κακολογούσαμε, αλλά στη σκιά τους βρίσκαμε ανακούφιση και καταφύγιο. Ενόσω οι μεγάλοι σκότωναν ή σκοτώνονταν, εμείς ζωγραφίζαμε σε μια γωνιά. Ενόσω η χώρα διαλυόταν, εμείς μαθαίναμε να μιλάμε, να περπατάμε, να κάνουμε με τις χαρτοπετσέτες βαρκούλες κι αεροπλανάκια. Ενόσω το μυθιστόρημα συνέβαινε, εμείς παίζαμε κρυφτό, παίζαμε εξαφάνιση».

 

Μέσα από το ξετύλιγμα του μύθου του, που περίτεχνα, με μία ιδιότυπη δομή, αναμειγνύει την δική του προσωπική ζωή, ο Zambra, καταγράφει σ’ ένα υποβόσκον επίπεδο, με ενάργεια, σκληρότητα, μελαγχολία και τρυφερότητα, την τραγική Ιστορία της Χιλής στα χρόνια της σκληρής δικτατορίας του Πινοτσέτ και αργότερα, στη χωρίς ελπίδες ουσιαστικής αλλαγής, «δημοκρατία» του Πινέιρα.

 

«Μπαίνοντας στο σπίτι της η Έμε είδε ότι οι φίλοι του πατέρα της έκλαιγαν κι ότι η μητέρα της, καρφωμένη στην καρέκλα της, κοίταζε το κενό. Άκουγαν τις ειδήσεις στο ραδιόφωνο. Μια φωνή μιλούσε για μια εισβολή. Μιλούσε για νεκρούς, κι άλλους νεκρούς».

 

Ο Alejandro Zambra, ενήλικος πια, αποκρυπτογραφεί συμπεριφορές και ιστορικά γεγονότα, επιρρίπτει ευθύνες στους γονείς του για ανοχή, τους εγκαταλείπει.

Δίνει μια ηρωική υπόσταση σ’ αυτούς που αντιστάθηκαν, που αναγκάστηκαν να εκπατρισθούν, να απωλέσουν την ταυτότητά τους, να υποδυθούν κάποιους άλλους, να χάσουν την επαφή με την οικογένειά τους, να νιώσουν τα παιδιά τους αποκομμένα από την οικογενειακή αγάπη και θαλπωρή, κι αυτό να γίνει αφορμή να χάσουν ένα μέρος της αθωότητας της τρυφερής εκείνης ηλικίας, και αφορμή να μη νιώθουν πια ότι οι ρίζες τους ανήκουν στη Χιλή. Ο εκπατρισμός να γίνει για ορισμένους, μονόδρομος. Αυτή η γνώση γίνεται γέφυρα για μια εκ νέου ματιά στη ζωή των γονιών του, ν’ ανακαλύψει αισθήματα και γεγονότα που του διέφυγαν, να διαπιστώσει πόσο άγνωστοι μάς είναι τελικά ακόμη και οι πολύ δικοί μας άνθρωποι! Επανέρχεται, τους αθωώνει, αντιλαμβανόμενος το φόβο μιας άλλης εξέλιξης της δικής τους ζωής αλλά και των παιδιών τους, στην περίπτωση ενεργού συμμετοχής στην αντίσταση. Θίγεται από το περιφρονητικό βλέμμα κάποιου καθηγητή του, τον καιρό της »δημοκρατίας» όταν δηλώνει ότι οι γονείς του κρατήθηκαν στο περιθώριο. Χρόνια μετά τούς βλέπει με τρυφερότητα: «Νιώθω πως είναι οι ωραίοι επιζώντες ενός χαμένου κόσμου, ενός αδιανόητου κόσμου».

Ο Zambra δεν παραλείπει ν’ αναφερθεί στις εξαιτίας του καθεστώτος επιπτώσεις στην παιδεία: «Είμαι σίγουρος πως εκείνοι οι καθηγητές δεν ήθελαν να μας εμπνεύσουν ενθουσιασμό για τα βιβλία, αλλά, αντιθέτως να μας απομακρύνουν απ’ αυτά για πάντα. Δε χαράμιζαν το σάλιο τους μιλώντας μας για την ηδονή της ανάγνωσης, ίσως επειδή οι ίδιοι είχαν χάσει αυτή την ηδονή, ή δεν την είχαν νιώσει πραγματικά. Υποτίθεται πως ήταν καλοί καθηγητές, αλλά, εκείνο τον καιρό , καλός καθηγητής ήταν όποιος ήξερε τα σχολικά εγχειρίδια». Με την αναφορά στο αριστούργημα του Φλωμπέρ «Μαντάμ Μποβαρύ», παίρνει αφορμή να δείξει την αντιδιαστολή ανάμεσα στην τραγική αλήθεια και την παιδική διάθεση της Μπέρτ, που νόμιζε ότι ο πατέρας της προσποιούνταν κι ήθελε να παίξουν, κι έτσι του “δωσε μια σπρωξιά. Εκείνος έπεσε στο πάτωμα. Ήταν νεκρός.

Η αφήγησή του Zambra ξεκινάει από την νύχτα του μεγάλου σεισμού της 3ης Μαρτίου του 1985, εποχή που ο Πινοτσέτ βρίσκεται ακόμη στην εξουσία. Τη νύχτα αυτή, ο ίδιος εννέα χρόνων τότε, στην απομακρυσμένη συνοικία Μαϊπού, του Σαντιάγο, γνωρίζεται με την Κλάουδια την ηρωίδα τού μυθιστορήματός του, που δεν είναι άλλη από την Έμε την αγαπημένη και μετέπειτα σύζυγό του. Την ίδια αυτή νύχτα αρχίζει να ξετυλίγεται το κουβάρι της προσωπικής του ζωής και της ζωής των ηρώων του μυθιστορήματός του.

«Τι με είχε κάνει να γράψω για το σεισμό του 1985; Δεν ήξερα. Δεν ξέρω, είναι ότι εκείνη τη μακρινή νύχτα σκέφτηκα για πρώτη φορά το θάνατο.

Τότε, ο θάνατος ήταν κάτι αόρατο για τα παιδιά όπως εγώ, που βγαίναμε έξω και τρέχαμε άφοβα σ’ εκείνους τους φανταστικούς δρόμους, προφυλαγμένοι από την Ιστορία.»

 

Alejandro Zambra

Alejandro Zambra

 

Οι γονείς της Κλάουδια ήταν κομμουνιστές. Ο θείος της μετανάστευσε και ο πατέρας της κυνηγημένος από το καθεστώς αναγκάστηκε μετά από ένα ταξίδι να επιστρέψει μεταμφιεσμένος, με την ταυτότητα του αδελφού του. Ο Ραούλ, ο μοναχικός γείτονας του μικρού ανώνυμου ήρωα, που όλοι θεωρούσαν χριστιανοδημοκράτη, είναι ο Ρομπέρτο, πατέρας της Κλάουδια, που ο ανυποψίαστος μικρός Alejandro παρακολουθεί, βάζοντας στο μυαλό του κάθε άλλο παρά την αλήθεια.

Στο μυθιστόρημα του Zambra είναι παρών και ο έρωτας. Ένας έρωτας που ξεκινάει από την παιδική ηλικία και κάποτε τελειώνει, χωρίς ένα οριστικό τέλος. Μία, μετά από χρόνια επανασύνδεση, γίνεται αφορμή νοσταλγικών σκέψεων για τα χρόνια της αθωότητας αλλά και για διαπίστωση ότι ο χρόνος έχει μεταβάλει το πρόσωπο του αγαπημένου. «...είναι ωραίο αλλά και κατά κάποιον τρόπο τρομερό να ξέρεις ότι ακόμα κι αυτό το πρόσωπο μπορεί ξαφνικά, απρόσμενα, να εκλύσει καινούργιες εκφράσεις, εκφράσεις που δεν έχεις ξαναδεί, εκφράσεις που ίσως δε θα ξαναδείς ποτέ».

Συμβαίνει άραγε μόνο στα χρόνια της αθωότητας να μη γίνεται αντιληπτό το αληθινό πρόσωπο των γονιών ή των αγαπημένων μας ή μήπως ο χρόνος και οι καταστάσεις της ζωής κάνουν ρευστή την ταυτότητα όλων μας , έτσι που ακόμη και οι πιο κοντινοί μας άνθρωποι να μας φαίνονται άγνωστοι κάποιες φορές;

«η αυτοπεποίθηση που μας χαρίζει την ελπίδα

πως κανένας δε θ’ αναγνωρίσει στο πρόσωπό μας

το πρόσωπο που χάσαμε εδώ και καιρό».

«Μακάρι να ήμουν κατά της νοσταλγίας. Όπου κι αν κοιτάξεις, πάντα κάποιον θα βρεις ν’ ανανεώνει τους όρκους του με το παρελθόν».

Η ηρωίδα του μυθιστορήματός του θέλει να μάθει, να γίνει μέρος της Ιστορίας, επαναλαμβάνει τις αναμνήσεις των γονιών της σαν να ήταν δικές της, για να διαπιστώσει αργότερα ότι «ρωτούσαμε για να γεμίσουμε ένα κενό», κι ωστόσο η αληθινή ηρωίδα θίγεται από την καταγραφή της ζωής της: «Είπες την ιστορία μου», λέει, «Άφησες λίγα μετρητά στο χρηματοκιβώτιο, αλλά την τράπεζα την λήστεψες».

Το μυθιστόρημα του Zambra τελειώνει μ’ έναν άλλο σεισμό που ενώ ταράζει τα θεμέλια της γης βάζει σε τάξη τις δικές του σκέψεις. «Είμαστε καλά», δηλώνει και συνεχίζει να γράφει, ενώ η πόλη επουλώνει τις πληγές της , θρηνεί τους νεκρούς της.

«Με κάποια αφέλεια, αλλά και έντονα, σκέφτομαι τον πόνο – τούς ανθρώπους που πέθαναν σήμερα, στο νότο τους νεκρούς του χθες, του αύριο – κι αυτή τη δουλειά, αυτή την παράξενη, ταπεινή και αλαζονική, αναγκαία και ανεπαρκή τέχνη: να περνάς τη ζωή σου κοιτάζοντας, γράφοντας».

 

Μέσα από όλη την αφήγηση του Alejandro Zambra, αναδύεται η αγωνία του συγγραφέα να συνδέσει προσωπικές σκέψεις και βιώματα με αυτά των ηρώων του, «κανείς δεν μπορεί να μιλάει εκ μέρους κάποιου άλλου- και μόλο που θέλουμε να αφηγούμαστε ιστορίες άλλων, πάντα καταλήγουμε ν’ αφηγούμαστε τη δική μας», αλλά και η αγωνία της ανάγκης αποδοχής, της αποτύπωσης των λέξεων και αισθημάτων του συγγραφέα, από ένα αγαπημένο του άνθρωπο.

 

Από το οπισθόφυλλο:

«…Μια φορά, χάθηκα. Θα ’μουν έξι ή επτά χρονών. Είχα αφαιρεθεί και, ξαφνικά, δεν έβλεπα πια τους γονείς μου. Φοβήθηκα, αλλά βρήκα αμέσως το δρόμο κι έφτασα πρώτος στο σπίτι – εκείνοι μ’ έψαχναν συνέχεια, απεγνωσμένα, αλλά εγώ νόμισα ότι είχαν χαθεί· ότι εγώ ήξερα να γυρίζω σπίτι κι εκείνοι όχι. «Ήρθες από άλλο δρόμο» είπε η μητέρα μου αργότερα, με τα μάτια της ακόμα κλαμένα. «Εσείς ήρθατε από άλλο δρόμο» σκέφτηκα, αλλά δεν το είπα…»

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Back to Top