Fractal

Διήγημα: «Το μονόπετρο των Χριστουγέννων»

Γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης // 

 

 dihghma2

 

 

Στάθηκε μπροστά στο μεγάλο παράθυρο του γραφείου του κι άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί στον πεζόδρομο που έσφυζε από κίνηση. Παραμονή Χριστουγέννων και η πόλη ζούσε τον πυρετό των προετοιμασιών της γιορτής. Άνθρωποι φορτωμένοι τσάντες και κουτιά προχωρούσαν βιαστικά, ο καθένας με τις προθέσεις και τις σκέψεις του. Βλέποντας όλο αυτό το ανθρωπομάνι που κατέκλυζε τον πεζόδρομο, ψάχνοντας για τα δώρα της τελευταίας στιγμής, θυμήθηκε την ηλίθια δημοσιογράφο, που το πρωί τού είχε τηλεφωνήσει για να του ζητήσει να μιλήσει στην εκπομπή της για το νόημα των Χριστουγέννων.

«Για ποια Χριστούγεννα και ποιο νόημα των Χριστουγέννων, θέλεις να μιλήσουμε;» την είχε ρωτήσει. «Πλέον όλοι ζούμε σε σύγχυση. Δεν αναπολούμε τη γέννηση ενός Θεού και μιας νέας ελπίδας, αλλά προσδοκούμε μια – δυο μέρες αργίας και παράλληλα την ευκαιρία να κάνουμε κάτι που να εκφράζει τη ματαιοδοξία μας», είχε προσθέσει, στη συνέχεια, για να εισπράξει μια νέα, ακόμα πιο ηλίθια, ερώτηση:

«Μα για σας δε σημαίνουν τίποτα τα χριστουγεννιάτικα δέντρα, οι στολισμένοι δρόμοι, η γαλοπούλα, τα δώρα; Δεν περιμένετε με αγωνία το ρεβεγιόν;»

Είχε γελάσει με σαρκασμό, πριν της απαντήσει αποστομωτικά: «Το μόνο που μου λένε όλα αυτά, είναι πως δεν έχουν καμιά σχέση με τη γέννηση του Χριστού, παρά μόνο με την αναζήτηση μιας δικαιολογίας για να ζήσουμε λίγες μέρες διαφορετικής συμπεριφοράς, να ζήσουμε ώρες που να θεραπεύουν τη ματαιοδοξία μας».

Δεν πρόλαβε να της πει κάτι άλλο. «Εντάξει… Αφού δε θέλετε να μιλήσετε, δε θα σας βγάλουμε στον αέρα…», τον έκοψε, κλείνοντάς του το τηλέφωνο.

Κι όμως το φορτωμένο με τσάντες ανθρωπομάνι που έβλεπε να συνωστίζεται στον πεζόδρομο, κάτω από το γραφείο του, αυτές ακριβώς τις ερωτήσεις της δημοσιογράφου δικαίωνε.

«Μήπως, τελικά, εκείνη είναι η λογική κι εγώ ο ηλίθιος;», αναρωτήθηκε.

Άκουσε την πόρτα του γραφείου ν’ ανοίγει. Η ιδιαιτέρα του, με το συνηθισμένο της λαμπερό ύφος, του ανήγγειλε πως το προσωπικό τού γραφείου του θέλει να του ευχηθεί. «Ας περάσουν», απάντησε κουρασμένα, καθώς κοίταζε το ρολόι του που έδειχνε δυο το μεσημέρι.

Μια δωδεκάδα άνθρωποι τον περιτριγύρισαν με απλωμένα χέρια. «Καλά Χριστούγεννα», «Καλή Πρωτοχρονιά», «Καλές γιορτές», «Του χρόνου με υγεία»…

«Να μη μας αγγίξει η κρίση…», ευχήθηκε η νεότερη του γραφείου.

Ευχές εγκάρδιες από ανθρώπους που ζούσαν μαζί του τις μικρές καθημερινές αγωνίες, τις εντάσεις και τις προσδοκίες ευόδωσης των προσπαθειών τους.

«Χρόνια πολλά, παιδιά… Ναι, να μη μας αγγίξει η κρίση, Κατερίνα. Ας το ευχόμαστε όλοι και ας προσπαθούμε γι’ αυτό. Δεν σας κρύβω πως είμαι ιδιαίτερα ικανοποιημένος, που σε αντίθεση με το γενικό κλίμα, εμείς είμαστε σε πολύ θετικά επίπεδα και αντιμετωπίζουμε με βάσιμη αισιοδοξία το μέλλον…», απάντησε, σφίγγοντας τα απλωμένα χέρια. «Μαζί θα τα πούμε μετά τις γιορτές», συμπλήρωσε.

Δέκα λεπτά μετά είχε μείνει και πάλι μόνος. Τα μάτια του έπεσαν στο καράβι με τα λαμπάκια, που είχε στολίσει η γραμματέας του, όπως κάθε Χριστούγεννα, άλλωστε.

Μανία αυτό το κορίτσι… Κάθε Χριστούγεννα κι άλλο καράβι. Και χωρίς να τα χρεώνει στην επιχείρηση. ‘‘Θα ’θελα να ’ξερα τι τα κάνει τα παλιά καράβια;’’ αναρωτήθηκε. ‘‘Αν τα μαζεύει σπίτι της, θα ’χει ολόκληρο στόλο’’.

«Εσείς δε θα φύγετε; Έχετε τελειώσει με τις ετοιμασίες του ταξιδιού;»

Η γραμματέας του στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας, φορώντας ξανά το καλύτερο χαμόγελό της.

«Σε λίγο… Άλλωστε δεν έχω να ετοιμάσω πολλά για το ταξίδι. Έναν σάκο όλο κι όλο».

«Εγώ να φύγω»;

Και νέο λαμπερό χαμόγελο…

«Να φύγεις…»

Άπλωσε το χέρι του να τη χαιρετήσει. Εκείνη το πήρε με τα δυο της χέρια και, πλησιάζοντας, τον φίλησε στο μάγουλο. Το άρωμά της ευχάριστα θηλυκό…

«Να περάσετε καλά…»

«Σ’ ευχαριστώ Μελίνα. Εύχομαι κι εσύ να περάσεις καλά».

«Σας ευχαριστώ… Αν και δεν πρόκειται να κάνω κάτι ιδιαίτερο. Στις γιορτές νιώθω χειρότερα μόνη…»

‘‘Και φυσικά δεν πρόκειται να κάνεις κάτι ιδιαίτερο – θέλει να της πει – αφού ο πρόεδρος θα είναι με την οικογένειά του, μωρό μου. Έπρεπε να το ήξερες πως η μοναξιά των γιορτών είναι το τίμημα των λαθραίων ερώτων. Δυστυχώς για σένα, ο Αποστόλου, θα πρέπει να το παίξει οικογενειάρχης’’.

Από τη μισάνοιχτη πόρτα την παρατηρεί καθώς φορά το δερμάτινο παλτό της και προχωρά προς την έξοδο. Ένα χαμόγελο ειρωνείας σχηματίζεται στα χείλη του. ‘‘Τρεις μισθούς σου, το λιγότερο, κόστισε αυτό το παλτό, στον Αποστόλου, μωρό μου. Κόστος ασήμαντο βεβαίως μπροστά στο κάμπριο που καβαλάς και στα κοσμήματα που κουβαλάς πάνω σου. Δε χάνεις και πολλά, λοιπόν, με το να μην κάνεις κάτι ιδιαίτερο αυτές τις μέρες’’, μονολογεί ψιθυριστά, καθώς εκείνη χάνεται πίσω από την πόρτα του ασανσέρ.

Ξετυλίγει το μεγάλο δέμα που είχε βρει, να τον περιμένει πρωί-πρωί πάνω στο γραφείο του, δώρο της Μελίνας. Φέτος το καθιερωμένο χριστουγεννιάτικο δώρο τής ιδιαιτέρας του ήταν αυτό που του έλειπε: Ένας χαρτοφύλακας. Η γραμματέας του, βλέποντας καθημερινά το χάλι του παλιού του χαρτοφύλακα, είχε αποφασίσει να του χαρίσει αυτό που ο ίδιος έπρεπε να είχε αγοράσει από καιρό.

Καθώς μεταφέρει τα πράγματα από τον έναν χαρτοφύλακα στον άλλο, θυμάται πως, τα τελευταία δέκα χρόνια, όλα τα δώρα της, τα Χριστούγεννα, στη γιορτή του, τα γενέθλιά του, ήταν στυλογράφοι πένας. Πανάκριβα δώρα, που μεγάλωναν αριθμητικά τη συλλογή του και που κάθε στιγμή είχε και κάποιο απ’ αυτά στα δάχτυλά του.

‘‘Αυτό το κορίτσι πάντα με τα δώρα του. Κι εγώ ούτε ένα. Πώς το ξεχνάω; Είμαι απαράδεκτος. Από πάνω, τη στολίζω με μπηχτές για τον δεσμό της με τον Αποστόλου. Τουλάχιστον να θυμηθώ, επιστρέφοντας από τις διακοπές, να της φέρω κάτι…’’ 

Επιστρέφει στο παράθυρο κι αφήνει ξανά το βλέμμα του να πλανηθεί χαμηλά στον δρόμο. Σκέφτεται πως ίσως πρέπει να τηλεφωνήσει της Άννας, να της πει πως ο ίδιος έχει τελειώσει από ώρα και όπου να είναι θα φύγει. ‘‘Θα πρέπει να της περιγράψω ξανά πώς θα έρθει στο χωριό’’, συλλογίζεται και την καλεί στο κινητό της.

Η φωνή της γυναίκας φτάνει ζεστή στ’ αφτιά του. Τον βεβαιώνει ότι έχει καταλάβει τη διαδρομή και, ακόμα, πως θα οδηγεί προσεκτικά.

Κλείνουν το τηλέφωνο με την υπόσχεση να μιλήσουν ξανά αργότερα, όταν εκείνη θα τελειώσει την εφημερία της στο νοσοκομείο και θα επιστρέψει σπίτι της.

Λίγο μετά, καθώς βγαίνει από το κτήριο, μετανιώνει για την απόφασή του να φύγει μόνος και να είναι μόνος μέχρι τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων στο μικρό ξενοδοχείο, όπου έχει κλείσει δωμάτιο για να περάσουν μαζί τις υπόλοιπες ημέρες των διακοπών τους.

Μια δεύτερη, όμως, σκέψη του λέει πως, καλά κάνει και την αφήνει μόνη, παραμονή Χριστουγέννων, αλλά και ανήμερα, αφού εκείνη, ως μητέρα, πρέπει να βρίσκεται αυτές τις ώρες κοντά στα παιδιά της, μαζί με τον πρώην σύζυγό της. Οι κόρες της, το απόγευμα της μέρας των Χριστουγέννων, θα πετούσαν για το Λονδίνο, επιστρέφοντας στο κολέγιό τους, ενώ ο πρώην άντρας της, με μια ώρα διαφορά, θα έφευγε για το Βερολίνο, όπου ζούσε τα τελευταία τρία χρόνια.

‘‘Θα ήθελα κι εγώ, αν η Φανή ήταν στην Ελλάδα, να κάναμε μαζί Χριστούγεννα. Να πηγαίναμε το πρωί στον τάφο της μητέρας της και μετά, οι δυο μας για φαγητό’’, μονολογεί…

Κατευθύνεται στο κοσμηματοπωλείο όπου τον περιμένουν τα κοσμήματα που έχει παραγγείλει. Ανάμεσά τους κι ένα μονόπετρο, προορισμένο για την πρόταση που στριφογύριζε τον τελευταίο καιρό στη σκέψη του. Άλλωστε η νεαρή ιδιοκτήτρια του κοσμηματοπωλείου τον είχε διαβεβαιώσει πως «είθισται η πρόταση γάμου να συνοδεύεται από ένα μονόπετρο».

Ένα χέρι τον αγγίζει στον ώμο και τον αναγκάζει να γυρίσει το κεφάλι του. Ξαφνιάζεται που έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον πρόεδρο του Ομίλου και δε διστάζει να τον ρωτήσει πώς και δεν έφυγε ακόμα για την Αράχωβα, όπου ήξερε ότι θα περνούσε οικογενειακά τα Χριστούγεννα.

«Θέλω να τακτοποιήσω κάποιες εκκρεμότητες της τελευταίας στιγμής», του απαντά ο Αποστόλου.

Βαδίζουν προς την ίδια κατεύθυνση. Μ’ έκπληξη διαπιστώνουν πως και οι δυο κατευθύνονται στο ίδιο κοσμηματοπωλείο.

«Έχω να πάρω κάτι για τη γυναίκα μου…», μουρμουρίζει και πάλι ο Αποστόλου, ενώ εκείνος, θέλοντας να φανεί διακριτικός και να μην είναι μπροστά στη συναλλαγή, προχωρά πρώτος και ζητά να πληρώσει τα κοσμήματα που έχει παραγγείλει. Ένα λεπτό μετά, σφίγγει το χέρι του Αποστόλου και βγαίνει, αφήνοντάς τον μόνο με την ιδιοκτήτρια του κοσμηματοπωλείου.

Πλησιάζοντας στη διασταύρωση του πεζόδρομου με την κεντρική λεωφόρο της πόλης, θα προσέξει το σταματημένο κόκκινο κάμπριο BMW, που περιμένει με τη μηχανή αναμμένη.

Δε χρειάζεται να κοιτάξει ποιος κάθεται πίσω από το τιμόνι του. Περνά πλάι με το κεφάλι του γυρισμένο στην αντίθετη κατεύθυνση. Όμως τη διακριτικότητά του δεν τη συμμερίζεται η γραμματέας του, που κατεβάζοντας το τζάμι του αυτοκινήτου, τον φωνάζει με τ’ όνομά του.

Κοντοστέκεται, δήθεν έκπληκτος για τη συνάντηση.

«Τέλειωσες με τις δουλειές σου;» τη ρωτά.

Η απάντησή της θα τον αφήσει άφωνο.

«Σχεδόν. Αν θέλεις, με περιμένεις στα πρώτα φανάρια για ένα λεπτό. Έχω κάτι να πάρω και μετά μπορώ να σε πάω σπίτι σου».

Στάθηκε για λίγο αμήχανος, ξαφνιασμένος τόσο από τον ενικό, όσο και από την πρόταση.

«Εντάξει…», συμφώνησε και προχώρησε αργά μέχρι την επόμενη διασταύρωση, αποφεύγοντας να κοιτάξει πίσω του, όντας βέβαιος ότι σ’ ένα δυο λεπτά ο αξιότιμος κύριος Αποστόλου, θα έσκυβε στο ανοιχτό παράθυρο του κόκκινου BMW για να δώσει το χριστουγεννιάτικο δώρο στην ερωμένη του.

Πέρασε στο απέναντι πεζοδρόμιο και άναψε τσιγάρο περιμένοντάς την, ενώ κιόλας μετάνιωνε που είχε δεχτεί την πρότασή της. Το αυτοκίνητο, όμως, σταμάτησε μπροστά του και πια δεν είχε άλλη επιλογή, παρά ν’ ανοίξει την πόρτα και να καθίσει στη θέση του συνοδηγού.

«Νιώθω άσχημα που σε βγάζω από το δρόμο σου. Θα έπαιρνα ένα ταξί, /οπως κάθε μέρα…»

«Δε με βγάζεις από κανένα δρόμο. Σου είπα και στο γραφείο πως για μένα γιορτές σημαίνουν μοναξιά. Όσο πιο αργά γυρίσω σπίτι, τόσο καλύτερα…»

«Για πολλούς οι γιορτές σημαίνουν μοναξιά…»

«Εσύ πάντως, τον τελευταίο χρόνο, δεν ανήκεις σ’ αυτούς. Έχεις την Άννα…»

«Προς το παρόν θα φύγω μόνος. Έχει τις κόρες της εδώ και τον τέως… Θα κάνουν μαζί Χριστούγεννα. Θα έρθει να με βρει αύριο το βράδυ, που τα κορίτσια θα έχουν φύγει».

«Δε νιώθεις άσχημα που σήμερα βράδυ και αύριο μεσημέρι θα είναι με τον πρώην άντρα της;»

«Είναι φυσιολογικό δυο σύζυγοι, έστω και πρώην, να βρίσκονται με τα παιδιά τους. Το αντίθετο θα ήταν κακό…»

«Σωστά μιλάς… Άρα κι εγώ πρέπει να συνηθίσω στην ιδέα των οικογενειακών γιορτών και της μοναξιάς του περιθωρίου».

«Θα έπρεπε ήδη να το είχες κάνει. Άλλωστε δεν μπορεί να προσδοκάς κάτι περισσότερο από τον Αποστόλου. Λαθραίες συναντήσεις, πλούσια δώρα, αλλά μοναξιά στις γιορτές…»

«Δεν εννοώ αυτό. Δε μου λείπει πλέον ο Αποστόλου∙ γι’ αυτόν είμαι ήδη παρελθόν. Μην κοιτάς τα δώρα, πλέον. Χρυσώνει το χάπι. Σε πληροφορώ πως… με τελείωσε και σίγουρα νιώθω καλύτερα∙ δεν έχω ενοχές ότι τον κλέβω από την οικογένειά του. Μου στοιχίζει το ότι άλλοι από τους φίλους τρέχουν στα χωριά τους και άλλοι φεύγουν ταξίδια με τις οικογένειές τους. Γι’ αυτό και τις μέρες των γιορτών δεν αντέχεται εύκολα η μοναξιά… Ούτε τα δώρα σε βοηθούν να την ξεπεράσεις…»

Κομπιάζει. Δεν είχε αντιληφθεί πως ο δεσμός Αποστόλου – Μελίνας είχε διαρραγεί. «Συνάντησα τον Αποστόλου λίγο πριν με δεις. Στο κοσμηματοπωλείο. Πίστευα ότι είχε πάει για το δώρο σου και πως περίμενες να σου το δώσει…»

Βλέπει τη Μελίνα να γελά.

«Όχι, περίμενα τη Χριστίνα, μια φίλη μου, να της δώσω το δώρο της, γιατί φεύγει κι εκείνη με τον δικό της…»

Έχουν πλησιάσει στο σπίτι του.

«Τι ώρα φεύγεις;», τον ρωτά.

Την κοιτάζει ερωτηματικά.

«Δεν έχω κάποια συγκεκριμένη ώρα. Θα βάλω λίγα πράγματα στον σάκο και θα ξεκινήσω. Άλλωστε εκεί που θα πάμε δε χρειάζονται κοστούμια κι επίσημα ντυσίματα. Και ούτε μ’ απασχολεί τι ώρα θα φτάσω…»

Αντιλαμβάνεται πως κάτι θέλει να του πει και περιμένει με την πόρτα μισάνοιχτη και το ένα του πόδι έξω απ’ το αυτοκίνητο.

«Θα σου ζητούσα να πίναμε ένα καφέ σπίτι σου. Μπορώ να τον ψήσω και μόνη μου όση ώρα θα ετοιμάζεις το σάκο σου».

«Γιατί όχι; Άλλωστε πια δεν κινδυνεύουμε να θυμώσει ο Αποστόλου αν το μάθει…»

«Δική μου είναι η ζωή, πια. Να είσαι σίγουρος πως δε θα το μάθει γιατί δεν υπάρχει ίχνος επικοινωνίας, πλέον».

«Εντάξει, λοιπόν… Ας πιούμε τον πρώτο καφέ εκτός γραφείου…»

Και πάλι μετανιώνει που δέχτηκε να πιούν καφέ σπίτι του, αλλά δεν μπορεί πλέον ν’ ανακαλέσει κι έτσι την αφήνει να περάσει πρώτη.

«Είμαστε τόσα χρόνια μαζί και πρώτη φορά έρχομαι σπίτι σου…», την ακούει να λέει από την κουζίνα, όπου ψήνει τους καφέδες, ενώ εκείνος τακτοποιεί τα ρούχα του στο σάκο.

«Πράγματι… Τόσα χρόνια δεν έτυχε να σε καλέσω», συμφωνεί μαζί της, ενώ θα ήθελε πολύ να της πει πως δεν είχε και κάποιον ιδιαίτερο λόγο για ένα τέτοιο κάλεσμα.

«Εντάξει, καταλαβαίνω πως τα τελευταία δυο χρόνια μπορεί να σ’ εμπόδιζε το γεγονός της σχέσης μου με τον Αποστόλου. Όμως τόσα χρόνια πιο μπροστά; Είμαι μαζί σου έντεκα χρόνια, ένα μήνα αφότου πήρα το πτυχίο μου, την πρώτη κιόλας μέρα που ανέλαβες διευθύνων σύμβουλος… Ήμουν είκοσι δυο, έγινα τριάντα τρία…»

Τον ξαφνιάζει η ερώτηση και προσπαθεί να ξεπεράσει την αμηχανία του, τακτοποιώντας κάποια πράγματα στο σαλόνι και αποφεύγοντας να την κοιτάξει.

«Ξέρεις πως σέβομαι απόλυτα την προσωπική ζωή του καθενός».

«Η σχέση μου με τον Αποστόλου ακολούθησε τη διαδικασία της φθοράς. Έτσι έπρεπε να γίνει. Δύσκολα ξεκίνησε, εύκολα τελείωσε…»

«Σε φοβίζει ο χρόνος; Ή μήπως το ότι ο δρόμος αυτής της σχέσης δεν οδηγούσε πουθενά»;

Το κουδούνισμα του κινητού τηλεφώνου της δεν την αφήνει να του απαντήσει. Με ύφος που μαρτυρά απορία, απαντά στην κλήση, ενώ ταυτόχρονα προχωρά στο βάθος του σαλονιού, προφανώς για να μιλήσει πιο ελεύθερα. Όταν επιστρέφει, πετά νευρικά τη συσκευή σε μια πολυθρόνα και αναλύεται σε λυγμούς. Εκείνος, ακόμα πιο αμήχανος, δεν ξέρει πώς ν’ αντιδράσει.

Την πλησιάζει απλώνοντας το χέρι του στον ώμο της. Πριν τη ρωτήσει αν μπορεί να βοηθήσει σε κάτι, θα την ακούσει να λέει μέσα από τους λυγμούς της, πως «είναι κρίμα, πολύ κρίμα».

«Μπορώ να κάνω κάτι για σένα;», τη ρωτά.

«Όχι… Ήταν μια φίλη μου, που μόλις πριν λίγο πήρε τ’ αποτελέσματα μιας βιοψίας. Για έναν όγκο στο πάγκρεας. Είναι θετικά. Καραμπινάτος καρκίνος. Και πλέον θα ψάξουν για μεταστάσεις. Οι γιατροί της είναι σίγουροι πως θα υπάρχουν. Κι εκείνη σε άσχημη ψυχολογία.

»Είμαστε ίδια ηλικία. Η φίλη μου έχει ήδη τρία παιδιά. Οκτώ, δέκα και δώδεκα χρονών. Ο άντρας της πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας. Σε προχωρημένο στάδιο.

»Δεν ξέρω αν θα γεννηθεί και γι’ αυτήν ο Χριστός απόψε. Ούτε ξέρω ποιες απαντήσεις θα ικανοποιήσουν τα ‘‘γιατί’’ που θα ρωτούν τα χείλη των παιδιών της. Ξέρω πως η Σταυρούλα, μόνο χαμογελούσε στη ζωή της και έδινε τα πάντα για να είναι οι άλλοι καλά. Και πως από την ημέρα που είχε διαγνωσθεί η σκλήρυνση στον άντρα της, ήταν εκείνη τα πάντα για τα παιδιά της. Η ειρωνεία είναι ότι μια εβδομάδα πριν τη διάγνωση, ο άντρας της είχε ζητήσει διαζύγιο. Βέβαια μετά τη διάγνωση ούτε λέξη γι’ αυτό…»

Σηκώνει το βλέμμα της και τον κοιτάζει κατάματα. Εκείνος παίζει αμήχανα τα δάχτυλά του και γυρίζει αλλού το βλέμμα του.

«Διαισθάνομαι πως κάτι θέλεις να μου πεις… Κάτι απ’ αυτά που είπα, σου ήταν δυσάρεστο ή σου προκάλεσε κάποια άσχημη σκέψη…», του λέει.

«Έχει και ο άντρας τής Άννας σκλήρυνση κατά πλάκας. Σε πρώιμο στάδιο βέβαια…Πρόσφατα διαγνώσθηκε», ψελλίζει εκείνος, ενώ τα μάτια του σκοτεινιάζουν…

 

***

 

Έφυγε αμέσως μετά τη Μελίνα. Υπολόγισε πως στις οκτώ περίπου θα ήταν στο χωριό. Και τι θα κάνω μόνος μου εκεί; αναρωτήθηκε. Στην έξοδο της πόλης άλλαξε πορεία. Ας περάσω να πω μια καλησπέρα στα εργοστάσια, αποφάσισε. Τηλεφώνησε στους διευθυντές τους.

Τον περίμεναν. Πέρασε απ’ όλα τα τμήματα της απογευματινής βάρδιας. Αντάλλαξε ευχές, έσφιξε χέρια, χτύπησε πλάτες, ικανοποιημένος που όλοι αυτοί είχαν ακόμα δουλειά, χωρίς να τους φοβίζει η ύφεση. «Αύριο φορτώνουμε είκοσι νταλίκες για Γαλλία», τον ενημέρωσε ο ένας από τους διευθυντές. «Όλη την εβδομάδα και οι τρεις βάρδιες δουλεύουν υπερωρίες. Πάμε καλά…»

Χαμογέλασε και πήρε το δρόμο για το χωριό. Το τηλέφωνο χτυπούσε ασταμάτητα. Φίλοι που ετοιμάζονταν για το ρεβεγιόν.

«Εγώ εκεί που πάω δεν έχει ρεβεγιόν. Διάλεξα βουνό φέτος. Παράδοση…», απαντούσε κεφάτος.

Στον μικρό ξενώνα όλα ήταν απλά και ζεστά. Τους είπε πως μέχρι αύριο βράδυ θα ήταν μόνος και δείπνησε βλέποντας τη φωτιά στο τζάκι. Τηλεφώνησε της Φανής. Η κόρη του είχε τα κέφια της, θα έβγαινε με φίλους.

«Εσύ;», τον ρώτησε.

Της είπε πού ήταν. «Με την Άννα;» τον ξαναρώτησε. Της εξήγησε.

«Ελπίζω να μην επιστρέψεις με το μονόπετρο στην τσέπη σου…», την άκουσε να του λέει.

Ανεβαίνοντας στο δωμάτιο ένιωσε να τον τυλίγει μια αδιόρατη θλίψη. Ξανατηλεφώνησε της Φανής.

«Ξέρεις ότι μαζί έχουμε πάνω από πέντε χρόνια να κάνουμε Χριστούγεννα; Του χρόνου θα πρέπει να μου υποσχεθείς πως θα κάνουμε μαζί…» της είπε με διάθεση φλυαρίας.

Άκουσε την κόρη του να γελά. «Μου φαίνεται πως σου κακοφαίνεται που είσαι εντελώς μόνος στα βουνά. Γιατί έφυγες μόνος; Τόσους φίλους έχεις που θα μπορούσες να ήσουν μαζί τους απόψε. Και ν’ ανεβαίνατε μαζί με την Άννα αύριο βράδυ…», του απάντησε.

«Νόμισα πως θα μου έκανε καλό να έμενα μόνος. Πήρα ένα δυο βιβλία μαζί μου, πήρα και από ένα μπουκάλι κονιάκ, ουίσκι, πήρα και κρασιά…»

«Δεν αρκούν αυτά στη μοναξιά, μπαμπά. Για σένα τουλάχιστον που είσαι πάντα με ανθρώπους…»

«Κουράστηκα να μιλώ… Ίσως εν τέλει να είναι καλύτερα που ήρθα μόνος…»

***

 

Άφησε το αυτοκίνητο σ’ ένα πλάτωμα κάτω απ’ τη μικρή εκκλησία του χωριού και ανηφόρισε στο χιονισμένο δρομάκι. Έσπρωξε με δισταγμό τη μισάνοιχτη πόρτα της εκκλησίας και προχώρησε προς το εικόνισμα της Γέννησης. Ο ιερέας, ο ηλικιωμένος ψάλτης και τέσσερα πέντε πρόσωπα χωρικών έστρεψαν τα μάτια τους πάνω του, προφανώς απορώντας για την παρουσία τού άγνωστου, σ’ αυτούς, επισκέπτη.

Στάθηκε σ’ ένα στασίδι δίπλα στο ψαλτήρι κι αφοσιώθηκε στη Θεία Λειτουργία. Η φωνή του ιερέα εισχώρησε απρόσμενα στα χρόνια της παιδικής του ηλικίας, ανασκαλίζοντας εικόνες καλυμμένες με την πατίνα της λήθης. Άδολες προσμονές και χαρούμενες συνάξεις, πρόσωπα αγαπημένα που έφυγαν απ’ τη ζωή ή πρόσωπα που μοιράστηκαν μαζί του κάποιες σελίδες του παρελθόντος.

Οι επιστροφές της μνήμης καλπάζουν μέσα του. Μια νοητή γραμμή από Χριστούγεννα που πέρασαν χωρίς ν’ αφήσουν ιδιαίτερα ίχνη. Χριστούγεννα που έφευγαν μέσα από επαναλαμβανόμενες κινήσεις, καλέσματα σε σπίτια φιλικά, ερωτικές συστεγάσεις που φυλλορροούσαν την επόμενη χρονιά και περνούσαν στο χώρο των αναμνήσεων, αλλά και Χριστούγεννα στο σιωπηλό γραφείο του σπιτιού του, με τις ίδιες μουσικές και το ίδιο ποτό, τα ίδια τσιγάρα και την ίδια μοναξιά.

Μόνο τα φετινά Χριστούγεννα είχαν φτάσει με διαφορετικό διαβατήριο, με την Άννα στη ζωή του ως ήρεμη και αθόρυβη παρουσία, να επιχειρεί κι εκείνη από τη δική της πλευρά να φτιάξει μια ζωή μοιρασμένη στην καριέρα τής χειρουργού και σ’ ένα διαλυμένο γάμο.

Σίγουρα, η Άννα, θα ήθελε να ήταν πλάι του αυτήν την ώρα σ’ αυτήν την ταπεινή εκκλησία αυτού του ξεχασμένου χωριού. Θα ήθελε να περπατούσε μαζί του στο χιονισμένο μονοπάτι.

Άραγε πού να βρισκόταν τώρα; Να είχε πάει μαζί με τις κόρες της στην εκκλησία ή θα κοιμόταν ξεθεωμένη από τη βάρδια της παραμονής; Ή μήπως κάποιο έκτακτο περιστατικό την είχε ξαναγυρίσει στο χειρουργείο;

Τελειώνοντας η λειτουργία, βρέθηκε ανάμεσα στ’ απλωμένα χέρια του ιερέα και του ψάλτη, που του εύχονταν Καλά Χριστούγεννα. Πήρε το αντίδωρο από τα χέρια του ιερέα και προχώρησε στην έξοδο. Η νύχτα είχε σχεδόν υποχωρήσει αφήνοντας στη θέση της ένα σκούρο γαλάζιο.

Και τώρα πού πάνε; αναρωτήθηκε καθώς έβαζε μπροστά τη μηχανή του αυτοκινήτου του. Πήρε τον πρώτο δασικό δρόμο και ανηφόρισε στο βουνό, με τις δυνατότητες του τετρακίνητου αυτοκινήτου να αναμετρούνται με το χιόνι. Ένιωσε τη διάθεσή του εντελώς διαφορετική, καθώς τα μάτια του γέμιζαν με τις χιονισμένες βουνοπλαγιές και το βλέμμα του έφευγε στις γύρω κορυφογραμμές.

Δυο ώρες μετά βρέθηκε ξανά στον επαρχιακό δρόμο που οδηγούσε στο μικρό ξενοδοχείο. Εκεί ήταν που χτύπησε το κινητό του τηλέφωνο.

Χαμογέλασε καθώς είδε στην οθόνη του να σχηματίζεται το όνομα της Άννας. Απάντησε μ’ ένα ‘‘Χρόνια πολλά’’ που βγήκε απ’ την ψυχή του.

Το δικό της ‘‘Χρόνια πολλά’’έφτασε άχρωμο και διστακτικό στ’ αφτιά του.

Υπέθεσε πως τελικά ίσως να πέρασε τη νύχτα της στο νοσοκομείο, χειρουργώντας. Όμως η απάντηση τον ανάγκασε να σταματήσει το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου.

«Ξέρεις, συνέβησαν κάποια σημαντικά πράγματα. Τα κορίτσια βλέπεις… Είναι που μας θέλουν… μαζί. Εννοώ εμένα και τον άντρα μου. Συζητήσαμε πολύ χθες βράδυ, κάπου τα βρήκαμε, κάπου είδαμε πως μπορούμε να κάνουμε νέα αρχή. Κι εκείνος μ’ έχει πια τόση ανάγκη. Καταλαβαίνεις… η νόσος. Το απόγευμα θα πάμε τα κορίτσια στο αεροδρόμιο για να φύγουν κι εμείς θα επιστρέψουμε σπίτι μου. Ανέβαλε την αναχώρησή του για το Βερολίνο. Ίσως φύγουμε αργότερα μαζί. Θα ψάξω κάποιες δυνατότητες να δουλέψω εκεί. Λυπάμαι…»

Τα είχε πει όλα μαζί, σαν να φοβόταν πως αν έπαιρνε ανάσα δε θα μπορούσε να συνεχίσει. Εκείνος έμεινε για λίγο σιωπηλός και μετά, ψελλίζοντας «καλή τύχη» έκλεισε το τηλέφωνο.

Βγήκε από το αυτοκίνητο και κάθισε σ’ ένα πεζούλι στην άκρη του δρόμου, ανάβοντας τσιγάρο.

‘‘Αυτό ήταν’’, μονολόγησε. ‘‘Για κάποιους, τα Χριστούγεννα, μπορεί να σημαίνουν πολλά. Ας πούμε για την Άννα… Που είδε το Αστέρι, είδε και τη Φάτνη και μπορεί να χαμογελά προσδοκώντας μια νέα αρχή για τη ζωή της. Ας είναι καλά…’’

Θυμήθηκε το κουτί με τα κοσμήματα, την ιδιοκτήτρια του κοσμηματοπωλείου και το «είθισται η πρόταση γάμου να συνοδεύεται από ένα μονόπετρο», που του είχε πει.

‘‘Ας γελάσω… Άλλη μια φάρσα στη ζωή μου, έτσι για να μην ξεχνώ πως τίποτα από το παιχνίδι του έρωτα δε μου χαρίζεται. Ας γελάσω διπλά, αφού ακόμα μια φορά αποδείχτηκε πως όλα τα όνειρα ήταν δανεικά και τώρα πρέπει να τα επιστρέψω. Ας γελάσω τριπλά, αφού δε μου μένει άλλο, από το να παρακολουθώ ως τρίτος, πώς διασχίζει ο καθένας τη ζωή μου, αφήνοντας αποκαΐδια κι ερείπια πίσω του’’.

Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο το κινητό του τηλέφωνο χτύπησε και πάλι. Το όνομα της Άννας σχηματίστηκε ξανά στην οθόνη. Μια σπίθα ελπίδας έλαμψε μέσα του και, προσπαθώντας να κρύψει την αγωνία του, απάντησε όσο πιο ήρεμα μπορούσε. Η φωνή της γυναίκας, όμως, έφτασε ραγισμένη και πιο άχρωμη, απ’ την προηγούμενη φορά, στ’ αφτιά του.

«Ξέρεις, υπάρχει κάποιο πρόβλημα… Υπάρχουν κάποια πράγματα δικά σου στο σπίτι μου… Τα ξυριστικά σου… Η οδοντόβουρτσα, κάποια πουκάμισα και κάλτσες… Μια – δυο γραβάτες σου… Ξέρεις, ο Πάνος σε λίγο θα φέρει τη βαλίτσα του απ’ το ξενοδοχείο. Κάπου πρέπει να τα πάω… Να μην τα έχω σπίτι μου μέχρι να επιστρέψεις…»

Ψάχνει να βρει τη φωνή του για να τη ρωτήσει: ‘‘Γιατί τόση βιασύνη, τι κακό μπορεί να προκαλέσουν τα πράγματά μου’’.

Όμως, όταν κατορθώνει να σχηματίσει κάποιες λέξεις, της λέει απλά:

«Θα τηλεφωνήσω στη Μελίνα να έρθει σπίτι σου όσο πιο γρήγορα μπορεί, για να της τα δώσεις… Ελπίζω να τη βρω. Αν όχι, θα σου τηλεφωνήσω να τα πετάξεις…»

Κλείνει το τηλέφωνο και χωρίς τον ελάχιστο δισταγμό κα-λεί τη γραμματέα του, που απαντά αμέσως. Ούτε που της εύχεται κάτι για τη μέρα.

Τη ρωτά αν είναι απασχολημένη με κάτι, αν μπορεί να τον εξυπηρετήσει σε κάτι.

«Πλάκα μου κάνεις; Κρυφτούλι παίζω με τη μοναξιά μου. Ό,τι κι αν μου ζητήσεις θα το κάνω».

Της εξηγεί τι έχει συμβεί και τι θέλει από την ίδια. Τέλος, τη ρωτά αν είχε κάποια νεότερη επικοινωνία με τη φίλη της. Του απαντά αρνητικά και βιαστικά συμπληρώνει:

«Στο τηλέφωνο είμαι. Έχω ξεκινήσει τα ‘‘Χρόνια πολλά’’ σε φίλους και γνωστούς, ενημερώνοντάς τους πως ψάχνω για δουλειά. Πρέπει να κλείσω αμετάκλητα και το κεφάλαιο Αποστόλου. Καιρός για ανακατατάξεις…»

Την ακούει έκπληκτος.

«Ο Αποστόλου είναι πρόεδρος, δεν είναι ιδιοκτήτης στην εταιρεία. Και ούτε έχει την πλειοψηφία των μετοχών. Απλά οι μέτοχοι έχουν εμπιστοσύνη στις ικανότητές του. Όσο ανήκει στον Αποστόλου η εταιρεία, ανήκει και σ’ εμένα και σε άλλους∙ σε κάποιους λιγότερο, σε κάποιους περισσότερο. Δε δουλεύεις λοιπόν για τον Αποστόλου, αλλά για όλους μας… Το σημαντικότερο: Στο δικό μου γραφείο δουλεύεις, είσαι η εξ απορρήτων μου, αποκλειστικά ο δικός μου άνθρωπος».

«Μια παραίτησή μου μπορεί να σε διευκόλυνε…»

«Σε ποιο πράγμα; Εγώ δεν έχω πρόβλημα με κανέναν. Δικαίωμά σου η ζωή σου και οι επιλογές σου. Δικαίωμά μου να επιλέγω τους συνεργάτες μου, τους φίλους μου, τη συντροφιά μου».

Ένας λυγμός φτάνει στ’ αφτιά του. «Κλαις;», τη ρωτά.

«Δεν είναι τίποτα. Από χαρά για ό,τι άκουσα. Με συγκινεί που με εμπιστεύεσαι… Μ’ αρέσει να νιώθω απαραίτητη…», του απαντά.

Κλείνουν το τηλέφωνο, αλλά εκείνος ένα λεπτό μετά, την καλεί και πάλι. Κομπιάζει, αλλά τελικά αποφασίζει να τη ρωτήσει:

«Τι θα ’λεγες αν σου πρότεινα να ερχόσουν; Ξέρεις, χρονιάρες μέρες βολεύονται καλύτερα δυο μοναξιές…»

Ακούει μόνο την ανάσα της. Και μετά, σαν ψίθυρος, φτάνει στ’ αφτιά του μια και μόνη ερώτηση:

«Πες μου πώς έρχεται κάποιος εκεί; Και τι ρούχα θα πρέπει να πάρω μαζί μου;»

***

 

Στριφογυρίζει ώρα χωρίς να μπορεί να κλείσει τα μάτια του. Σηκώνεται όσο πιο αθόρυβα μπορεί και πλησιάζει στο παράθυρο. Το χωριό σκεπασμένο από το χιόνι μοιάζει να μην ανασαίνει.

Αποφασίζει να κατεβεί στο σαλόνι του ξενώνα. Ίσως να έβρισκε ανοιχτό το μπαρ και να έπινε κάτι.

Φόρεσε τις φόρμες του, έριξε το μπουφάν στους ώμους του, πήρε τα τσιγάρα του, το βιβλίο που διάβαζε και προχώρησε προς την πόρτα, προσέχοντας να μην ξυπνήσει τη γυναίκα που κοιμόταν αναπνέοντας γαλήνια.

Στο μπαρ δεν υπήρχε κανένας, αλλά στο τζάκι έκαιγαν ακόμα τα ξύλα. Αποφάσισε να κάνει μόνος του τον μπάρμαν. Διάλεξε ένα κόκκινο κρασί, έψαξε και βρήκε το ανοιχτήρι και κάθισε στην πολυθρόνα με πρόσωπο το τζάκι, παρακολουθώντας το παιχνίδισμα της φωτιάς.

Η σκέψη του έφυγε πίσω, ανέβηκε ξανά τις σκάλες, μπήκε στο δωμάτιο και στάθηκε στο μαξιλάρι, πλάι στα κλειστά βλέφαρα της Μελίνας.

‘‘Να ονειρευόταν, μήπως; Ή απλά να ταξίδευε στις αγκαλιές του ύπνου; Κι αν άπλωνε το χέρι της και συνειδητοποιούσε πως εγώ δεν είμαι πλάι της; Άραγε τι θα περάσει απ’ το μυαλό της; Μπορεί, όμως και να ξυπνούσε μια και καλή το πρωί. Άραγε τι ώρα ν’ ανοίγει τα μάτια της τα πρωινά που δεν έχει δουλειά; Και ποιες να είναι οι πρώτες της κινήσεις; Ν’ ανακατεύει πρώτα έναν καφέ, όπως εγώ, ν’ ανάβει τσιγάρο ή να μπαίνει κατευθείαν στο μπάνιο;’’, αναρωτιέται.

Θα τη ρωτήσει για όλα αυτά το πρωί.

Έχει κι ένα σωρό ακόμα απορίες.

Πόση ώρα να περνά μπροστά στον καθρέφτη της; Να θέλει καυτό ή χλιαρό το νερό για το μπάνιο της; Και από βιβλία, τι να διαβάζει; Να είναι κανονική η περίοδός της ή να έχει άστατο κύκλο;

Θα βάλει για τρίτη φορά κρασί στο ποτήρι του και θα ξαναγυρίσει στο βιβλίο του. Όμως η σκέψη του εξακολουθεί να είναι καθηλωμένη στο μαξιλάρι της Μελίνας. Ίσως γιατί τα ερωτηματικά δεν έχουν τέλος.

Θυμάται κάποιες χειρονομίες της και κάποιες αντιδράσεις της στο γραφείο.

‘‘Πότε ήταν που αρρώστησα και μου τηλεφωνούσε συνέχεια, ζητώντας να έρθει σπίτι να μου μαγειρεύει; Πριν ή μετά που συνδέθηκα με την Άννα; Σίγουρα πριν… Με τον Αποστόλου πότε ακριβώς άρχισε να βγαίνει; Πρέπει να ήταν δυο – τρεις μήνες αφότου είχα γνωριστεί με την Άννα. Τόσα χρόνια διευθύνων σύμβουλος στην εταιρεία, τόσα χρόνια γραμματέας μου και να μην ξέρω τίποτα από τη ζωή της…’’

’’Και πότε ήταν που μου έκανε δώρο εκείνο το κασκόλ με το σημείωμα που έλεγε να τυλίγομαι μ’ αυτό, να μην κρυώνω; Όταν είχα φύγει για το Παρίσι… Ποια απ’ όλες τις φορές που έφυγα για το Παρίσι; Άντε να θυμηθώ, αφού στο Παρίσι πηγαίνω τρεις φορές το χρόνο… Τι σημασία έχει , όμως, το πότε; Αυτή πάντα δώρα μου έκανε. Άλλα για τη γιορτή, άλλα για τα γενέθλιά μου. Θα πεις, τη φόρτωνε με λεφτά ο Αποστόλου. Όχι, την αδικώ. Δώρα μου έκανε ανέκαθεν κι όχι από την ώρα που υπέκυψε στους εκβιασμούς του Αποστόλου’’.

Κατορθώνει να ξεκολλήσει τη σκέψη του από το μαξιλάρι της. Ας τον προβληματίσουν τα δικά του. Αλλά μόνο για λίγο. Με την επόμενη γουλιά κρασιού, οι σκέψεις του, ξανατρέχουν στη Μελίνα.

‘‘Εντάξει, εγώ πάντα ξεχνούσα. Ούτε τη γιορτή, ούτε τα γενέθλιά της θυμόμουν. Ούτε μια καλή λέξη. Όποιος και να έφταιγε, αυτή τα πλήρωνε. Γκρίνιες, φωνές σε καθημερινή βάση. Μόνιμα άδικος, μόνιμα στην ψύχρα. Ούτε ένα ευχαριστώ… Όμως, πάντα τίμιος, πάντα δίκαιος. Ούτε ένα υπονοούμενο. Πιο ακέραια συμπεριφορά δε θα μπορούσε να βρει. Πιο ακέραια ή πιο αδιάφορη;’’

Γεμίζει ξανά με κρασί το ποτήρι. Γυρίζει να βρει τη σκέψη του, αλλά εκείνη έχει δραπετεύσει. Την ανακαλύπτει ξανά στο μαξιλάρι της Μελίνας, πλάι στα μισάνοιχτα χείλη της.

«Τρόμαξα όταν κατάλαβα ότι είχες σηκωθεί».

Η φωνή της τον αιφνιδιάζει. Γυρίζει το κεφάλι του. Η Μελίνα στο ένα μέτρο πίσω του. Πότε κατέβηκε;

«Δεν έκλειναν τα μάτια μου και φοβήθηκα μη σε ξυπνήσω στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι».

«Δύσκολο να κοιμάσαι στο ίδιο κρεβάτι με μια άγνωστη…»

«Όχι και άγνωστη. Είμαστε τόσα χρόνια μαζί. Ξέρεις τα πάντα για μένα».

«Σύμφωνοι, ξέρω σχεδόν τα πάντα για σένα. Όμως εγώ σου είμαι άγνωστη. Άλλωστε δεν ήσουν υποχρεωμένος να γνωρίζεις τη ζωή της γραμματέως σου, ούτε τις επιθυμίες της, ούτε τα προβλήματά της».

«Αν το θέτεις έτσι μάλλον το δίκαιο είναι με το μέρος σου ή με βολεύει να είναι».

«Μόνο έτσι μπορώ να το δω. Άραγε πόσα ξέρεις για μένα; Ποια χρώματα μου αρέσουν, ποιες μυρωδιές, ποιες γεύσεις;»

«Σίγουρα δεν ξέρω. Κι όμως τόσα χρόνια μαζί…»

«Τριάντα δυο ταξίδια έκανες στο Παρίσι, είκοσι ένα στο Λονδίνο, δώδεκα στο Μιλάνο, εννιά στη Ρώμη, πέντε στο Τορίνο και από ένα στη Βουδαπέστη, στην Πράγα, στην Κωνσταντινούπολη, στο Κάιρο. Στη Νέα Υόρκη εφτά… Σχεδόν κάθε μήνα κι ένα ταξίδι… Η κόρη σου ήταν στην πρώτη γυμνασίου όταν πέθανε η γυναίκα σου, την έπαιρνα τα μεσημέρια με το σχόλασμα. Τώρα πτυχιούχος Ιατρικής, κάθε βράδυ μιλάμε στο τηλέφωνο, θέλει να μαθαίνει για τη μέρα σου, για τις εντάσεις της δουλειάς, για τα προβλήματα. Σε λατρεύει, αλλά μαθαίνει για σένα μόνο όσα πρέπει να μάθει…»

Την ακούει έκπληκτος.

«Δεν το ήξερα. Και τα ταξίδια τα θυμάσαι όλα. Καλύτερα από μένα».

«Δεν είχα κάτι άλλο καλύτερο να θυμηθώ. Ίσως γιατί κάθε φορά που έφευγες είχα και κάτι να περιμένω…»

«Κι εγώ πάντα ξεχνούσα να σου φέρω κάτι…»

«Δεν εννοώ αυτό».

«Αλλά;»

«Ότι είχα να περιμένω εσένα. Να γυρίσεις, να σε δω να μπαίνεις στο γραφείο. Να σου φτιάξω τον καφέ… Έψηνα καφέδες και τους έχυνα. Μπορώ κι αυτούς να τους υπολογίσω. Τόσες μέρες ταξιδιών επί τόσους καφέδες την ημέρα. Απλό πράγμα να ξέρεις τον αριθμό των χυμένων καφέδων».

«Τι είναι αυτά που λες;»

«Πολύ απλό. Ελλάδα κι εξωτερικό 612 μέρες απουσίας συνολικά. Αν πολλαπλασιάσουμε με τους 6 την ημέρα που πίνεις, μας δίνει 3.672 καφέδες. Μεγάλος αριθμός για χυμένους καφέδες. Εντάξει… Δεν είχε και τόσο ανάγκη το κόστος τους η εταιρεία».

Την κοιτάζει με το στόμα ανοιχτό. Δε βρίσκει να πει κάτι.

Τη βλέπει να παίρνει στα χέρια της το ποτήρι του, να συμπληρώνει κρασί και να πίνει. Μετά ν’ ανάβει τσιγάρο από τα δικά του.

«Υπάρχουν κι άλλοι απολογισμοί. Όχι ότι σε κατασκόπευα, αλλά γιατί όντως η μνήμη μου είναι ισχυρή. Άλλωστε εσύ είσαι ο πρώτος που έλεγες πάντα ότι η καλή γραμματέας φαίνεται από τη μνήμη της. Είχες πάντα την απαίτηση ν’ απομνημονεύω αριθμούς τηλεφώνων».

«Ποιοι είναι αυτοί οι απολογισμοί;»

«Είκοσι τρεις πρόχειροι δεσμοί και δυο μακροχρόνιοι, με τελευταίο αυτόν με την Άννα. Ο άλλος, με την Άντα ήταν πιο μακρόβιος. Τρία καλοκαίρια και δυο χειμώνες… Αν ήθελα θα μπορούσα να ήξερα και το κόστος τους πάνω – κάτω, αφού εγώ πλήρωνα πάντα τους λογαριασμούς σου με τις κάρτες… Αλλά, με πονούσε αυτή η υπόθεση και δεν ήθελα να θυμάμαι…»

Κι ενώ εκείνη μιλά, αυτός νιώθει όλα να γυρίζουν και να θολώνουν. Κάνει μια προσπάθεια να συνέλθει. Ανάβει τσιγάρο. Τι μπορεί να πει;  Πώς μπορεί να στήσει μια φράση; Με ποιες λέξεις ν’ απαντήσει απέναντι σ’ αυτόν τον απολογισμό; Και τι ν’ αντιτάξει απέναντι σε τόση αφοσίωση; Πόσες συγγνώμες να στρώσει στα πόδια της;

Η Μελίνα στραγγίζει το μπουκάλι στο ποτήρι και παίρνει ακόμα ένα τσιγάρο. Η φωνή του συναντά τη φωτιά τού αναπτήρα τη στιγμή που πλησιάζει τη άκρη του τσιγάρου.

«Δεν έτυχε ποτέ να σε δω σαν γυναίκα… Δηλαδή, να σε δω σαν… Πάντα ήμουν ξεκάθαρος στη δουλειά. Δεν ήθελα να εκμεταλλευτώ κάτι…»

«Αυτό είναι κάτι που το ξέρω καλύτερα από τον καθένα. Όμως τώρα βρίσκομαι εκτός δουλειάς. Και η απόφασή μου να παραιτηθώ και να φύγω είναι αμετάκλητη. Διαφορετικά δε θα σου έλεγα όλα αυτά. Πια, κάποια άλλη θα είναι δίπλα σου, να σου κάνει καφέ, να βρίσκει δικαιολογίες κάθε φορά που δε θέλεις να μιλήσεις με κάποιον, να πληρώνει τις κάρτες σου και να δαγκώνεται κάθε φορά που θα βλέπει λογαριασμούς από καταστήματα εσωρούχων, καλλυντικών και μόδας. Όχι πως δε θα μου λείψουν αυτές οι διαδικασίες, αλλά σίγουρα για μένα θα είναι λιγότερο οδυνηρό».

«Δε θα φύγεις».

«Δεν έχω δικαίωμα να μείνω. Δεν μπορώ να είμαι γραμματέας σου πια. Θα χρειαστεί κάποια στιγμή να δώσεις εξηγήσεις σε όλους τους μετόχους για το πώς η μετρέσα του Αποστόλου έγινε δική σου. Γιατί τίποτα δε μένει κρυφό σ’ αυτήν τη ζωή».

«Θα σε επιβάλλω».

«Να το λάθος. Ήδη χάνεις την μπάλα. Το ζητούμενο δεν είμαι εγώ, αλλά εσύ. Για μένα η φθορά ξεκίνησε όταν κουράστηκα να μετρώ τους χυμένους καφέδες, αλλά επέμενα να το κάνω, γιατί ακόμα και ως μετρέσα του Αποστόλου, μετρούσα αντίστροφα τις ώρες μέχρι την επιστροφή σου, άλλαζα κάθε πρωί τα λουλούδια στο ανθοδοχείο, στολιζόμουν για να γίνω όμορφη…»

«Μα είσαι όμορφη… Είσαι εξαιρετικά όμορφη και επικίνδυνα επιθυμητή».

«Πρώτη φορά το ακούω αυτό από σένα. Ακόμα και το απόγευμα που ήρθα, ήσουν σαν να υποδεχόσουν έναν φίλο. Μου ήρθε να γελάσω όταν μετά το φαγητό ανεβήκαμε στο δωμάτιο και μπήκες στο μπάνιο για να γδυθείς. Είπα, εντάξει, δεν ήθελε ερωμένη, αλλά έψαχνε να βρει ένα φίλο να κουβεντιάζει αυτές τις μέρες και τον βρήκε».

«Δεν ήξερα αν έχω το δικαίωμα… Δεν τολμούσα… Δεν είχα την πρόθεση…»

«Δικαίωμα, τόλμη, πρόθεση. Τοποθετήθηκες με ακρίβεια. Άσχετα αν εγώ αναζητούσα τη διάθεση, την τρυφερότητα, την ανακάλυψη».

Ακόμα μια φορά που θα μένει άφωνος. Ακόμα μια φορά που θα δει τις λέξεις να δραπετεύουν, να τον αφήνουν χωρίς αιτιάσεις.

Κι όμως θα μπορούσε να της πει πολλά.

Για το δισταγμό που προκαλούσε η διαφορά της ηλικίας του. Εκείνος, τα είκοσι τρία χρόνια που τους χώριζαν, τα έβλεπε χάσμα αγεφύρωτο. Ίσως γιατί δεν είχε μάθει ποτέ πως μια γυναίκα δε θέλει να παίρνει μόνο την αντρική ρώμη, αλλά και πολλά ακόμα.

Θα μπορούσε να της εξομολογηθεί πως, τον προβλημάτιζε αν μια άλλη συμπεριφορά ίσως θεωρούταν και ως απόπειρα εκμετάλλευσης της θέσης του ως εργοδότη της.

Έψαξε να βρει τα υπόλοιπα από τα πολλά. Δε βρήκε ούτε ένα ακόμα. Και τότε ήταν που χαμήλωσε τα μάτια. Ένιωσε το χέρι της στον ώμο του. «Αν θες πάμε για ύπνο. Νομίζω πως το κρασί θα σ’ έχει χαλαρώσει και θα μπορέσεις να κοιμηθείς», την άκουσε να του λέει.

Προχώρησε πρώτη στη σκάλα. Την ακολούθησε, σχεδόν σέρνοντας τα πόδια του.

Στο άνοιγμα της πόρτας, παραμέρισε για να περάσει πρώτος. Ύστερα, κλείνοντας την πόρτα πίσω της, άφησε έξω κάθε δισταγμό της.

«Μέχρι τώρα σου έψηνα καφέ, απαντούσα στα τηλέφωνά σου, έκλεινα τα ραντεβού σου, σου υπενθύμιζα υποχρεώσεις. Απόψε θα σε κάνω δικό μου, θα σε υποχρεώσω να με διαπεράσεις, θα σε πιω… Θα κάνω πράξη ό,τι ονειρευόμουνα στα χέρια άλλων, όσα ονειρευόμουν όταν αγόραζα εσώρουχα…», την ακούει να του ψιθυρίζει στο αφτί, καθώς πέφτει βαρύς στην πολυθρόνα μπροστά στο τζάκι.

Νιώθει τα δάχτυλά της στο στέρνο του, στην κοιλιά του. Νιώθει τα χείλη της. Νιώθει την ηδονή να ξυπνά μέσα του. Νιώθει τα χέρια της να του βγάζουν τις κάλτσες, να λύνουν τη ζώνη της φόρμας του.

Επιχειρεί να σηκωθεί μα εκείνη τον καθηλώνει στην πολυθρόνα και γονατίζει μπροστά του. «Εσύ μπορείς να κοιτάζεις τη φωτιά στο τζάκι. Κάπως έτσι καίγονται κάποιες ζωές και μένουν στους δρόμους οι στάχτες τους. Κοίταζε τη φωτιά κι άφησε εμένα… Θα σε πιω…», του ψιθυρίζει.

Παραδίνεται αμαχητί στα χέρια της. Άβουλος, παθητικός. Σαν παιχνίδι στις διαθέσεις υπερκινητικού παιδιού. Μέχρι που το δωμάτιο γεμίζει με τις κραυγές του, μέχρι που εκείνη ξαπλώνει ξεπνοημένη, ανάσκελα μπροστά στο τζάκι.

Το πρόσωπό της λάμπει καθώς το φωτίζουν οι γλώσσες τής φωτιάς. Τα μάτια της υγρά, γεμάτα δάκρυα.

«Δε θα φύγεις… Θα είσαι μαζί μου γιατί θέλω να είμαι κοντά σου…»

Η φωνή του ακούγεται σταθερή, αποφασιστική. Σηκώνεται και ντύνεται αργά. «Θα πάω μέχρι το αυτοκίνητο», της λέει και βγαίνει.

Όταν επιστρέφει κρατά στα χέρια του ένα μικρό τσαντάκι, το τσαντάκι του κοσμηματοπωλείου.

Γονατίζει πλάι της και σκύβει στο πρόσωπό της. Οι ανάσες τους να ιχνηλατούν την μεταξύ τους απόσταση.

«Κρυώνω… Ξάπλωσε δίπλα μου».

Η φωνή της, σαν ψίθυρος, αναγκάζει τα χέρια του να την αγκαλιάσουν. Τα χείλη του σφραγίζουν τα χείλη της. Παίρνει το χέρι της και στη χούφτα της βάζει το μικρό κουτί που υπήρχε στο τσαντάκι.

«Μέσα εδώ υπάρχουν κάποια κοσμήματα που προορίζονταν για την Άννα. Τα γεγονότα άλλαξαν τον προορισμό τους, επιτάχυναν τις διαδικασίες.

»Σαν τα καράβια που τα βρίσκουν μεγάλα μποφόρ και αλλάζουν τη ρότα τους, καταφεύγοντας σε ασφαλέστερα λιμάνια.

»Το καράβι εγώ. Εσύ το λιμάνι.

»Δικά σου αυτά. Δική μας η νύχτα, οι νύχτες που θα έρθουν.

»Ανάμεσά τους υπάρχει κι ένα μονόπετρο, που κι αυτό έμεινε χωρίς αποδέκτη. Η ιδιοκτήτρια του κοσμηματοπωλείου, μου είπε, πως συνηθίζεται ένα μονόπετρο να συνοδεύει πρόταση γάμου…»

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Back to Top