Fractal

Τέσσερα ποιήματα

Της Μαίρης Πέστροβα //

 

 

f1a

 

Nα φυτέψω θέλω το δέντρο-εσένα ξανά

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Nα φυτέψω θέλω

το δέντρο-εσένα ξανά

να σε κουβαλώ θέλω

μέχρι την εποχή της ανθοφορίας σου

εννέα μήνες

τρείς εποχές μαζί

περάσαν τα χρόνια, μου “πες

είναι αφύσικο πια

δεν σ” ακούω

όλα τα δέντρα μου

ιδίου κήπου αποχρώσεις

καρποί πάθους δενδροκομίας

τι λέει ο καζαμίας παππού;

εκεί δεν κοιτούσες πάντα;

το πότισμα

το λίπασμα

το κλάδεμα

Τώρα

αναμένω το επόμενο μπόλιασμα

κι ας περάσαν τα χρόνια

δε με νοιάζει

ποτέ δεν με ένοιαζε

παράξενη γη θα με πεις

και ξένη.

 

 

 

Καθώς θα σου άγγιζα το μάγουλο

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το χέρι

απλώθηκε κουρασμένο φρικτή καταδίκη να ερωτεύεσαι συχνά,

σκέφτεται, και τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα

φίλοι σου να γίνονται. Ως ακροβάτης σε επικίνδυνα νούμερα τρεις δραχμές η αξία μου δόθηκαν και ξεπουλήθηκα.

Τα ύποπτα βράδια ανοίγω όλα τα λεξικά μου. Χρόνια τώρα η Ανατολή

με βρίσκει ξεριζώνοντας λέξεις

που με προδίδουν.

Ελάχιστες θα μείνουν στις σελίδες

όσες θα “θελα να είμαι δηλαδή,

κάτι, χωρίς ιδιαίτερο κόστος.

Μια στιγμή, στιγμούλα, ας πούμε, καθώς θα σου άγγιζα το μάγουλο…

 

 

 

 

Στης ανηφόρας την στροφή, θα σε ξαναθυμηθώ

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Της μοίρας μου ταξίδι ξανά

αξημέρωτα σ” έχω στον νου μου

το τιμόνι βάρυνε, στρίβει με κόπο

και από το ανοιχτό παράθυρο

μπαίνει η μορφή σου

γελάς, με αυτό το κελαρυστό γέλιο

λένε πως μου μοιάζεις

ή εγώ μοιάζω στο απίστευτο;

 

Στην ανηφόρα θα φοβηθώ

γλιστράμε! φωνάζω

ως εδώ ήτανε λοιπόν

θα πω από μέσα μου

και θλιμμένη θα διανύσω

την υπόλοιπη ημέρα

-όταν με βαραίνει κάτι

αργεί να φύγει-

χαμένη στις δαιδαλώδεις σκέψεις μου

των φτερών μου το κερί λιώνει

και πέφτω στροβιλιζόμενη

σ” αυτόν τον αιώνια αφρίζοντα ωκεανό.

 

Κάπου υπάρχει ένα χέρι.

Πάντα υπάρχει ένα χέρι.

Γνώριμο, αγαπημένο,

δια βίου χέρι,

ξέρει για την πτώση μου

την μαντεύει λόγω της θέσης

του κεφαλιού μου

καθώς κοιτά έξω απ’ το παράθυρο

χωρίς να βλέπει ουσιαστικά τίποτα

μόνο θολά τοπία και εικόνες που τρέχουν.

Πού πάνε αλήθεια; Γιατί τόση ταχύτητα;

 

Έπειτα, με μαρτυρούν και τα δάχτυλά μου

καθώς τα κοιτώ,

γερνάτε! τους λέω,

το δέρμα ζάρωσε και σκλήρυνε

είναι γιατί έπαιζα μουσική μικρή

και για χορδές είχα δάχτυλα πολλά,

δικά μου, δικά σου, πολλών δάχτυλα.

 

Στης ανηφόρας την στροφή

θα σε θυμηθώ.

 

Θα ψιθυρίσω ξανά τις οδηγίες

-τι θα κάνεις μετά από μένα-

εσύ θα τις δεις γραμμένες στον τοίχο σου

σαν ξυπνήσεις.

 

Μπορεί και να τις ψάλλω καλύτερα

-από μέσα μου-.

 

Ανάβω θυμιατό.

Μέχρι να καώ εντελώς

ρίχνω λιβάνι τριαντάφυλλο

ξανά και ξανά.

 

Εμβρυακής κατάστασης

δρομολόγιο ζωής,

-δικό μας- γεννιέται.

 

Στης ανηφόρας την στροφή

θα σε ξαναθυμηθώ._

 

 

 

 

Πόσο βαθύς είναι ένας αναστεναγμός;

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Πόσο βαθύς

είναι ένας αναστεναγμός;

Έχω ακούσει

πως το πηγάδι

στερεύει τις νύχτες.

Οι πέτρες του

σφουγγάρι γίνονται,

ρουφούν τα άσχημα όνειρα

και τα κάνουν σκοτάδι

να μην διακρίνονται

και τρομάξεις.

Το μαγκάνι του

τραβά τους κόπους σου

μην ξεχειλώσουν

και διαλυθούν.

Η σκιά κάποιου ανθρώπου

αγέννητου θα σκύψει

για νερό

αντίλαλο θα κάνει,

θα σκιαχτούν οι λεμονιές

και κοιταχτούν μεταξύ τους

ακόμα δεν γεννήθηκε στοίχειωσε;

αναρωτιούνται.

Ίσως να “ναι το πεπρωμένο του έτσι,

μ” έναν βαθύ αναστεναγμό

να γεννηθεί.

 

 

 

 

Ετικέτες:
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Back to Top