Fractal

«So many roads to take»

Γράφει η Αγγελική Λάλου //

 

so-many-roads

 

Σήμερα δεν βιαζόταν. Η πόλη είχε μόλις ξυπνήσει. Το φεγγάρι φαινόταν ακόμα στον ουρανό. Τα πουλιά φλύαρα τραγουδούσαν από την αυγή. Τα φώτα στους δρόμους έσβηναν. Η κίνηση δεν είχε αρχίσει. Ούτε η φασαρία. Ήταν όμορφα τέτοια ώρα. Ήρεμα. Πήρε το χρόνο του. Βγήκε στο δρόμο. Ένιωθε το πόδι να ακουμπάει στο έδαφος. Η υγρασία είχε ποτίσει τα πάντα. Τα ίχνη της ήταν παντού. Όλα μούσκεμα. Λες κι είχε βρέξει. Μύριζε το χώμα. Ο αέρας θα στέγνωνε σε λίγο τα χνάρια της. Ένιωθε στο πρόσωπο την πρωινή ψύχρα. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες του. Το βήμα του κούμπωνε στο πεζοδρόμιο. Ποια διαδρομή να πάρει, σκεφτόταν. Αν έστριβε δεξιά σε λίγο θα άσθμαινε στην ανηφόρα. Όμως το παλιό πέτρινο σπίτι με τις τριανταφυλλιές θα του ξεπλήρωνε τον κόπο. Ήταν πάντα μια όαση στο βλέμμα αυτή η διατηρητέα έπαυλη. Τι κρίμα που δεν έμενε πια κανείς. Αν συνέχιζε ευθεία, ο δρόμος θα ήταν κατηφορικός και πιο εύκολος. Αλλά στα μισά ίσως ερχόταν πάλι αντιμέτωπος με την αγέλη αδέσποτων σκύλων που απειλούσε ανυποψίαστους περαστικούς. Δεν είχε όρεξη για κάτι τέτοιο, ούτε πρωί πρωί για τρεχάλες. Τα λυπόταν κιόλας, ένιωθε κι εκείνος ώρες ώρες ένα κυνηγημένο ζώο που έπρεπε να είναι επιθετικός για να βγάλει τα προς το ζην του. Αυτή η πόλη είχε σκληρύνει. Δεν ανεχόταν πια ικέτες. Τους έδιωχνε. Πόσους ακόμα να φιλέψει στους κόρφους της. Γέρναγε άσχημα. Κι οι κάτοικοί της γερνούσαν. Ακόμα και τα παιδιά δεν γελούσαν το ίδιο εύκολα, όπως παλιά. Όχι δεν νοσταλγούσε το παρελθόν. Κάθε καιρός έχει τις δυσκολίες αλλά έχει και τις ομορφιές του.

Αριστερά δεν είχε πάει ξανά. Δεν είχε τύχει. Έστριψε ασυναίσθητα. Ή ίσως όχι και τόσο ασυνείδητα. Ακολουθούσε μια μυρωδιά. Ένα άρωμα γυναικείο. Αυτό του τράβηξε την προσοχή. Ένιωσε τις αισθήσεις του να οξύνονται. Ένα λαγωνικό που γύρευε το θήραμά του. Ύστερα την είδε. Λίγο πιο μπροστά του. Μερικά βήματα πια απόσταση, αρκετά για να την περιεργαστεί με την ησυχία του. Από πίσω όπως την έβλεπε δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν όμορφη. Περπατούσε αγέρωχη. Ρυθμικά. Είχε μια ηρεμία το τέμπο της. Μερικά τσουλούφια ανέμιζαν μέσα από το σκούφο της. Ήθελε ξαφνικά να χαϊδέψει τα μαλλιά της. Το βήμα της στάθηκε. Έστριψε απότομα. Την ακολούθησε. Ένα βουητό έφτασε πρώτα στα αφτιά του. Εκείνη μπήκε στην αυλή του σχολείου. Δεν άλλαξε την πορεία του. Πέρασε μπροστά από την είσοδο. Παιδάκια της είχαν στήσει καρτέρι και την είχαν περικυκλώσει χαρούμενα. Όπως πέρασε από μπροστά της, γύρισε και τον κοίταξε. Του χαμογέλασε φευγαλέα. Πώς μπορείς να κρατήσεις τη λάμψη ενός χαμόγελου. Για πόσο τα χαρακτηριστικά ενός προσώπου που βλέπεις για πρώτη φορά, αλλά η θέα του κάνει την καρδιά σου να χτυπήσει τόσο δυνατά, σαν το κουδούνι του σχολείου που θα ακουγόταν σε λίγο.

Συνέχισε την πορεία του… Μπορούσε να είχε ακολουθήσει άλλο δρόμο σήμερα. Αλλά τελικά διάλεξε τον καλύτερο…τώρα ήξερε ότι μπορούσε να εμπιστεύεται τα βήματά του. Ίσως να τον έσμιγαν ξανά και με τα δικά της βήματα…. Κι οι δρόμοι τους να ξανασυναντιόντουσαν, γι’ αυτό είναι άλλωστε οι πορείες των ανθρώπων, για να διασταυρώνονται.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Back to Top