Fractal

Προς μια υπέρβαση του Φονταμενταλισμού: Η δομική αχρωμία των όντων

Γράφει ο Στάθης Κομνηνός // *

 

[απόσπασμα μελέτης του φονταμενταλιστικού φαινομένου και μέρος εισήγησης που έλαβε χώρα (2015) στη θεολογική σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θες/νίκης]

 

Στη μνήμη Βαγγέλη Γιακουμάκη
Και στην αιώνια δίωξη των βασανιστών και δολοφόνων… [του]

 

Δυο λέξεις προλογικές

Όταν δέχτηκα την πρόσκληση τού Α.Π.Θ., μέσω του αξιότιμου καθηγητού της θεολογικής σχολής Χρυσ. Σταμούλη, να συμμετάσχω σε συνέδριο που αφορούσε στην εξέταση του φαινομένου του φονταμενταλισμού με μια εισήγησή μου, με διακατείχε, όπως πάντα, δισταγμός διότι γνώριζα πως το άνοιγμα των πανιών σημαίνει, για μένα τουλάχιστον, πάντοτε ωκεάνια περιπέτεια. Από την άλλη, με εισηγήσεις και άλλα συναφή παρόμοια, έχει την αίσθηση κάποιος που είναι ποιητής ότι μπαίνει στο χορό μη κουνώντας τα πόδια του ! Πριν καν αποφασίσει να γράψει μια λέξη, η απαισιοδοξία είναι εξασφαλισμένη. Το ίδιο και το συναίσθημα μιας αυτιστικότητας ίσως, αν μπορώ να το χαρακτηρίσω έτσι. Περισσότερο : μιας ματαιότητας. Ο ταλαίπωρος πάντα ναυσιπλόος, ο λεγόμενος, αρχαιόθεν, ποιητής, εισέρχεται πάντα στο χορό των αναζητήσεων με την ελπίδα τής μέθεξης. Με την επιθυμία να φάει πραγματικά έστω και λίγα ψίχουλα απ’ αυτά που πίπτουν από το τραπέζι τού Είναι. Είναι, θα έλεγα, ο κατεξοχήν ρεαλιστής μεταξύ των ανθρώπων[1]. Επιζητεί τη ψαύση, όχι το θεωρείν, ούτε καν ακόμη το λέγειν ! Επιζητεί τη θωπεία και τη ψηλάφηση, όχι το ρήμα τελικά. Ο υλιστής αυτός, μεταξύ των ιδεοφρόνων και ιδεοληπτών συνανθρώπων του, είναι ο κατεξοχήν πεινασμένος και διψασμένος, ο πλέον οργανωτικός και ιδρυτικός των ΠΡΑΞΕΩΝ[2] και όχι των ονειρώξεων. Όταν γράφουμε ένα ποίημα το γράφουμε για να το πιάσουμε και όχι να το πούμε, όσο δύναται να είναι «πιαστό» (όπως λέμε «λιαστό»…) ένα ποίημα ή «πιαστά» αυτά που «λέει». Μπορεί αυτό το πιάσιμο να έχει πολλές πτυχές. Μπορεί, τελικά, το ίδιο το λέγεσθαι να σημαίνει κατάληψη, αφή. Ωστόσο, το αίτημα και ο στόχος είναι ένας : το αγγίζειν. Ανυποχώρητα.

 

Η εισήγηση μετατράπηκε, κατά την εξέλιξη τού κειμένου, σε δοκίμιο και λίγο μετά σε ογκώδη πραγματεία : η γνωστή ωκεάνια κατάληξη… Εν τούτοις, αυτό δεν εμποδίζει διόλου να παραμείνει ακέραιο και αρυτίδωτο το αρχικό αίτημα για μια κάποια μορφή αφής των θιγομένων σ’ αυτό. Η εισήγηση/πραγματεία οφείλει να έχει κάτι από το αδιάκοπο αρτοποιείο τής Ποίησης, ώστε να τρώγεται ζεστή και άμεσα, αλλιώς η αφαγία ή η νηστεία, που έμμεσα προτείνουν οι τυχόν στεγανοποιημένες θεωρητικολογίες της, καταντά απόδειξη αυτισμού και ασύγγνωστης αποστασιοποίησης από τους στροβιλιζόμενους χορούς τού Υπάρχειν. Ως faber ο ποιητής, ως ορκισμένα …σεξομανής, επιζητεί να συναντήσει πρακτικά εν τω ζην τις «θεωρίες» του. Να τις δει εφαρμοζόμενες. Οι εισηγήσεις, συνεπώς, θα πρέπει να κρίνονται από την αποτελεσματικότητα και το εφαρμόσιμό τους, από τη χειροπιαστή τους χρησιμότητα. Ίσως είναι ένα ανθρώπινο καθήκον αυτό : να μην φαινόμαστε υβριστές τής ζωής εξαερώνοντάς την στους κλιβάνους των εγκεφάλων μας και αρνούμενοι, ιδεολαγνικά, να την πλάθουμε με τα χέρια μας. Για τους λόγους αυτούς δεν σταμάτησα σε μια θεώρηση-ανάλυση τού θέματος, αλλά, ποιητικά κινούμενος, θέλησα να υποδείξω κάποια «μέτρα»[3], κάποιες πρακτικές εφαρμογές με ΔΙΕΘΝΗ νομική ισχύ, που θα μπορούσαν ίσως να περιορίσουν το φαινόμενο ή ακόμη και να το αποδεκατίσουν, όπως θέλω εδραία να ελπίζω. Είθε και να το εξαλείψουν, όμως δεν είμαι τόσο αφελής … «ελπιδο-φόρος», διότι υπάρχουμε οι άνθρωποι ως φύλακες κήπων όχι ως ανακλινόμενοι πασάδες. Και οι κήποι, όπως οι αφές και οι ψαύσεις πάνω και μέσα τους, είναι πάντοτε συγκεκριμένοι. Δεν υπάρχουν κήποι αφηρημένοι. Κι αυτός είναι ο λόγος που προχωρώ σε μια πρόταση μέτρων αντιμετώπισης τού φονταμενταλιστικού φαινομένου στο τέλος αυτής της πραγματείας, τα οποία όμως δεν δημοσιεύονται στην παρούσα δημοσίευση στο FRACTAL. Μολαταύτα, όπως ήδη θα έχει καταλάβει ο υποψιασμένος αναγνώστης, η αναφορά μου σ’ αυτά στο προλογικό αυτό σημείωμα δεν είναι διόλου τυχαία και έχει το (υλιστικό) νόημά της καθώς και την, υπορρήτως, υλιστική προοπτική του πνευματικώς πολιτεύεσθαι…

 

Η αφιέρωση στον Βαγγέλη Γιακουμάκη είναι οργανικά και λειτουργικά δεμένη με το κείμενο αυτό. Θέλω να πω ότι όσο το κείμενο της μελέτης μου ή αποσπάσματά του θα βλέπουν το φως τής μέρας, καμία έκδοσή του δεν θα αφαιρέσει ποτέ την αφιέρωση αυτή, η οποία θα μένει εν είδει στηλογραφίας στο όνομα τού Βαγγέλη εις τον αιώνα. Όπως και το ίδιο το κείμενο ή καλύτερα η προσπάθεια που υπεμφαίνει αυτό το κείμενο να αντικρουσθεί αποτελεσματικά κάποτε η ανθρώπινη βαρβαρότητα, έτσι και το όνομα τού Βαγγέλη θα συνιστά μαρτυρία που θα βοά εναντίον των φονέων του έως συντελείας. Ο ήχος που απορρέει από το κείμενο και ο ήχος που πηγάζει από το όνομα τού Βαγγέλη ευελπιστώ να συνιστούν ερινύες, που για τους αμετανόητους αρρώστους θανασίμως θα αποτελούν παντοτινή συντροφιά και για τους μετανοημένους οδηγό στην αναμόρφωσή τους. Άλλωστε, είναι αρχαιόθεν γνωστό ότι το να γεμίζεις με ονόματα την πλάση είναι όχι μόνο κάτι αγαθό αλλά και κάτι σωτηριώδες: ένα φάρμακο κατά θανάτου, κάτι αλεξίμορον.

 

Οι παραπομπές, θέλω να τονίσω, λειτουργούν δευτερευόντως ως πηγές άντλησης ενός προβληματισμού ή τού στοχασμού μου. Στο  κείμενο μπαίνουν κυρίως διότι αντιπροσωπεύουν, κατά τη συνείδησή μου, επιμαρτυρήσεις πάνω στα κατατεθέντα σ’ αυτό και λειτουργούν, επιπλέον, υποστηρικτικά αυτού, ώστε να μην ιδιάζει. Αυτή η ενδεχόμενη ιδιωτεία τού κειμένου, όσο πρωτότυπη και ρηξικέλευθη κι αν είναι, συνιστά κάτι εξαιρετικά απωθητικό για μένα. Πλην δε της επιμαρτύρησης, οι υποσημειώσεις λειτουργούν και ως ένας διάλογος του συγγραφέα αυτής τής μελέτης με τους επιμαρτυρούντες ή μη. Διάλογος συμφωνίας ή διαφωνίας. Πάντοτε, όμως, διάλογος. Κι αυτό είναι κάτι που με ενθουσιάζει, με την αρχαία σημασία τής λέξης.

Με την παρούσα δημοσίευση αποσπάσματος της πραγματείας μου στο FRACTAL ολοκληρώνεται και ο τρίπτυχος σχεδιασμός μου για την προσωπική μου συμβολή, αλλά και τη συμβολή του περιοδικού, στην εορταστική περίοδο που διανύουμε (για τις δύο προηγούμενες πτυχές βλ. http://fractalart.gr/aramaiki-poiisi/ και http://fractalart.gr/7-psalmoi-kai-ena-kalesma/).Συμβολή που, όπως θέλω να πιστεύω, εμφορείται από γνησιότητα, σοβαρότητα και αληθινή διάθεση (αμερόληπτου και απροκατάληπτου) Διαλόγου με το «μεταφυσικό» ερώτημα/πρόβλημα. Το τρίπτυχο αυτό αρμολόγησαν αρχικά η ΧΑΡΑ (βλ. http://fractalart.gr/aramaiki-poiisi/), έπειτα η ΚΡΑΥΓΗ (βλ. http://fractalart.gr/7-psalmoi-kai-ena-kalesma/) και σήμερα η ΕΚΤΡΟΠΗ, ο θανάσιμος κίνδυνος, ο εκφυλισμός, η εμετική βία, ως αλλοτρίωση της (ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ) αλήθειας και φυσικότητας του «μεταφυσικού» ερωτήματος/προβλήματος, έτσι ώστε με την τριπλή αυτή κατάθεση να έχουμε μια κάποια σφαιρικότητα θέασης στα ίδια τα θιγόμενα από τη «μεταφυσική» εμπειρία, με σκοπό, αν μη τι άλλο, να εορτάζονται δεόντως οι εορτές. Κοντολογίς, το τρίπτυχο αυτό συνιστά και μια πρόταση στο ΠΩΣ του εορτασμού των εορτών. Το κείμενο συνοδεύουν εικόνες που επέλεξα επί σκοπού. Συνιστούν, από μόνες τους, μια διαλεκτική. Η ωραιότητα και η φυσική ανθρώπινη κατάσταση που αφ εαυτού της συνιστά κάλλος και η έσχατη ασχήμια, ο αποτροπιασμός, η ριζική έκπτωση του ανθρωπίνου προσώπου στα …μνημεία βίας που θέλησε αυτό να στήσει. Οι εικόνες που αφορούν σ’ αυτά είναι πέρα και από εμετικές ιδείν… Αν κανείς έχει αντίρρηση για την αναπαραγωγή τους εδώ καλό θα ήταν να θυμηθεί την Εκάβη, την Τροία και τις κατακρημνίσεις από τειχών των μειρακίων…, τις σταυροφορίες με τα φουρνισμένα στους φούρνους παιδιά των μουσουλμάνων…, αλλά και τη σύγχρονη αναπαραγωγή του εμετού βιαιότητας που ακούει στο όνομα Isis. Ελπίζω, ωστόσο, ο αποτροπιασμός και η αηδία που θα νιώσει καθένας που τις αντικρίζει να είναι και μια προσωπική ΑΠΟΛΥΤΗ καταδίκη της βίας (όπου κι αν αυτή κρηπιδώνεται…) και του φονταμενταλιστικού φαινομένου εν γένει. Άλλωστε, αυτός είναι και ο λόγος που ενσωματώνονται στην παρούσα δημοσίευση. Εύχομαι, επίσης, στο αντίκρισμα όλων των εικόνων αλλά και με τη συνοδεία του κειμένου σ’ αυτές, ο αναγνώστης να κάνει τα δικά του προσωπικά ταξίδια και να τεντώσει μέχρι τα έσχατα όριά τους τα δηλούμενα εικονικά και γραφικά. Τονίζω πως οι εικόνες που αφορούν στην έκπτωση του ανθρωπίνου προσώπου στα επίπεδα του κτήνους αποτελούν Αισχύνη για τη λεγόμενη Διεθνή Κοινότητα και κάθε θεσμικού της (αναποτελεσματικού και διαβλητού ουσιαστικά…) οργάνου, όπως το ΝΑΤΟ, ο ΟΗΕ κλπ κλπ. Οι εικόνες αυτές αποτελούν αναίσχυντη φτυσιά σε κάθε έννοια πολιτισμού και νομιμότητας. Ας όψονται οι διεθνείς καρεκλοκένταυροι…

 

Η παρούσα δημοσίευση γίνεται σε χρόνο συμβολικό : εορτή του Προδρόμου (που η αρχαία βία τον αποκεφάλισε για τις ιδέες, τη διαφορετικότητα….). Η αρχική, λοιπόν, εικόνα έχει διπλή σημασία : και αφιερώνεται στο πρόσωπο του Προδρόμου και υποδηλώνει την αρχαιότητα του φονταμενταλιστικού φαινομένου και της εμετικής ανθρώπινης βίας και βαρβαρότητας. Με το τρίπτυχο αυτό κλείνω, καθηκόντως, και το εορτασμό μου στην εορταστική περίοδο του Δωδεκαημέρου που διανύουμε. Ανάλογα με την αναγνωστικήν αποδοχή του τελευταίου αυτού κειμένου και αν θελήσει το ίδιο το περιοδικό κατόπιν αιτήματος των αναγνωστών, στο μέλλον θα δώσω στη δημοσιότητα και επιπλέον τμήματα αυτής της μελέτης μου.

 

ΣΤΑΘΗ ΚΟΜΝΗΝΟΥ

ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥ ΦΟΝΤΑΜΕΝΤΑΛΙΣΜΟΥ : Η ΔΟΜΙΚΗ ΑΧΡΩΜΙΑ ΤΩΝ ΟΝΤΩΝ

 

f_1

 

Α. Η ΦΥΣΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟ ΠΟΤΕ

Θεωρώ, ορθά-κοφτά και δίχως περιστροφές, ως μια ΑΥΤΟΝΟΗΤΑ αξιωματική, αν προτιμάτε, θέση, σχεδόν… δογματική θα μπορούσε μάλιστα να ισχυρισθεί κανείς, ότι η… πνευματική/ανθρωπολογική βάση και αφετηρία για μια νηφάλια και δημιουργική θέαση αλλά και διεξοδική εξέταση τού φαινομένου που πραγματευόμαστε δεν μπορεί να είναι άλλη από τον εμπειρισμό. Δεν γίνεται να είναι άλλη από τα δεδομένα των αισθήσεών μας. Όπως όλοι ανεξαιρέτως τα γνωρίζουμε και μετέχουμε σ’ αυτά, πανδήμως και οικουμενικά. Κι αυτά είναι τόσο πεισματώδη, ώστε δείχνουν ανάλλαχτα από καταβολής κόσμου[4]. Συνιστούν, κοντολογίς, μια αδιαφοροποίητη, ιστορικά, εγκόσμια συνθήκη. Δυστυχώς ή ευτυχώς, με άλλα λόγια, θα πρέπει να συμφωνήσουμε άπαντες οι θρησκευτικώς ή άλλως πως διαφωνούντες, ότι ξεκινούμε, ότι αρχώμεθα από ΑΝΘΡΩΠΟΥ και όχι από Θεού, όσο κι αν ο Κλίμακος ή ο Αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος, και πιθανώς η ίδια η προσωπική πνευματική μας τάση ή συγκρότηση, διαφωνεί λέγοντας με επιμονή «π Θεο ρχεσθαι»[5] ή από λογής μεταφυσική ή ιδεολογία ή φιλοσοφία ή αισθητική άρχεσθαι… Σε σχέση, τώρα, με το (λογής) μεταφυσικό ερώτημα (κάθε ερμηνεία της φύσεως και του αισθητού κόσμου ή των κοινωνιών ΕΙΝΑΙ εκ φύσεως και a priori μετα-φυσική) και ειδικότερα με το θεολογικό ερώτημα (ως η κύρια πηγή φονταμενταλιστικών φαινομένων στην παραφθορά και αλλοίωσή του), η (ορθή, ασφαλής και πλήρης νοήματος ελευθερίας και σεβασμού των [εμπλεκομένων] προσώπων…) συνάντηση με τον Θεό άρχεται λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα του ανθρώπου κι έπειτα εκείνα του Θεού, όπως άλλωστε δείχνει να γίνεται σ’ όλη την ιερά, λεγόμενη, Ιστορία ως ένα δείγμα απόλυτου σεβασμού εκ μέρους του Θεού προς το ανθρώπινο πρόσωπο. Έτσι, δεν θα ήταν «ασεβές» να υποστηριχθεί ανυποχώρητα, εν όψει μιας υγιούς σχέσης με το Θεό, ότι κάθε συνάντηση μαζί Του οφείλει να ξεκινά από τον άνθρωπο. Κι αυτό, όχι για κάποιον άλλο… αντιπνευματικό ή αντιθρησκευτικό ή νεωτερικό και μετανεωτερικό δήθεν λόγο, αλλά επειδή είναι ο μοναδικός δρόμος, και το τονίζω αυτό, ο οποίος μπορεί να μάς οδηγήσει σε κάποιες ασφαλείς και κυρίως πανθομολογούμενες ΠΑΡΑΔΟΧΕΣ, που αντιστρατεύονται θεμελιακά, δομικά, το συμπλεγματικό, εν τέλει, φαινόμενο των λογής φονταμενταλισμών (όχι, μόνο, των θρησκευτικών δηλαδή). Ασφαλώς, κυρίως το απεχθέστατο εκείνο φαινόμενο τού θρησκευτικού φονταμενταλισμού, ο οποίος ιστορικά αποδεικνύεται κι ο σκληρότερος, θηριωδέστερος, συμπλεγματικότερος και, ακολούθως, φανατικότερος. Ευλόγως, όμως, κι ευεξήγητα όπως στη συνέχεια θα πούμε.

 

f_2

 

Κι αυτές οι παραδοχές είναι που τελικά μετρούν κατά τη γνώμη μου, αν επιθυμούμε ειλικρινά την εκθεμελίωση, τουλάχιστον σε επίπεδο Πολιτείας και Κράτους, των λογής (εδώ των θρησκευτικών) φονταμενταλιστικών φαινομένων. Ξεκινώντας, λοιπόν, από ανθρώπου, εντελώς αν θέλετε … ΦΥΣΙΟΚΡΑΤΙΚΑ και με το πνεύμα εκείνο το οποίο θα επικροτούσε ιλαρώς κάθε γνήσιος «άθεος» τού κόσμου τούτου, φτάνουμε ακόπως να συνηγορήσουμε φυσικά, δηλαδή βασιζόμενοι στους όρους και την εμπειρία τής εγκόσμιας συνθήκης μας, με την …θεμελιώδη απόφανση του… Αγ. Ιωάννου τού Θεολόγου ότι «Θεόν ουδείς [ΑΝΘΡΩΠΟΣ…] εώρακε πώποτε», αλλά και «ούτε φωνήν αυτού ακηκόατε πώποτε ούτε είδος αυτού εωράκατε», και «Θεόν ουδείς πώποτε τεθέαται»[6]. Και θα επέκτεινα δίχως αναστολές : ούτε και κανείς συνομίλησε μαζί ΤΟΥ, διαλέχθηκε, κατανόησε, ή Τον εκπροσώπησε… Κανείς, βάσει αυτής τής απόλυτης, στην εκφορά της, ευαγγελικής ουσιαστικά θέσης, η οποία ερείδεται στην ΚΟΙΝΗ ΦΥΣΙΚΗ εμπειρία και ως εκ τούτου θα μπορούσε κάλλιστα να λεχθεί και από άλλα (αθεϊστικά, θεϊστικά, αγνωστικιστικά, κλπ) χείλη…, δεν μπορεί να διεκδικήσει επί γης θέση βικαρίου (Vicarius aut Orator x Dei), και ως εκ τούτου να ΠΡΑΞΕΙ τι με ΑΠΟΛΥΤΟΠΟΙΗΜΕΝΕΣ ενέργειες (κατά τη γνωστή ανθρώπινη παθολογία εξ υπαρχής της Ιστορίας) εξ ονόματός Του. Αυτό συνιστά τον πρώτο ανασταλτικό παράγοντα στην λογής αρχική φονταμενταλιστική Πράξη και την, από κάθε (θρησκευτική) άποψη, λογική της ακύρωση. Αυτός είναι κι ο λόγος που τιτλοφορήσαμε αυτό το κείμενο «η φυσική συνάντηση με το ποτέ», διότι βάσει αυτού τού «Πώποτε», βάσει αυτής της ΦΥΣΙΚΗΣ και ΚΟΙΝΗΣ για όλους μας διαπίστωσης, το χ θεϊστικό ή το χ αθεϊστικό ή αγνωστικιστικό μοντέλο βρίσκονται επί κοινού εδάφους και ούτε το ένα ούτε το άλλο μπορεί να διεκδικήσει κάποια επιβεβαίωση, με αποτέλεσμα να θελήσει στη συνέχεια να επιβληθεί επί τού άλλου. Όλοι οι χ «πιστοί», ως φαίνεται, συναντώνται επί της (φυσικής και κοινής) εμπειρίας τού «Πώποτε», κι αυτό το γεγονός μαρτυρά οπωσδήποτε κάτι για το πανδήμως και οικουμενικά ΚΟΙΝΟ τής ενδοκοσμικής μας συνθήκης. Ακόμη κι αν η αρχική πηγή της χ θρησκευτικής Αποκάλυψης (Ιησούς, Μωάμεθ, κλπ) διατείνεται πως έχει άμεση σχέση, όραση και συνάφεια με τον Θεό, ουδείς πιστός ή έστω ή συντριπτικότατη πλειονότητα των πιστών (οι πράττοντες φονταμενταλιστικά μέσα στην Ιστορία…) δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι έχει άμεση σχέση, όραση και συνάφεια με την πηγή αυτής της χ Αποκάλυψης (Ιησού, Μωάμεθ, κλπ).

 

f_3

 

Θεμελιώδης λειτουργία του λογής πιστού, συνεπώς, είναι να ΕΡΜΗΝΕΥΕΙ την πηγή της χ Αποκαλύψεως. Και ερμηνεία, όπως δηλώνει περίτρανα η ίδια η εσωτερική ιστορία των λογής θρησκευτικών δογμάτων…, σημαίνει διαφοροποίηση, ετερότητα, πολυχρωμία, αμφιβολία, σφάλμα, άποψη, σχολή… Ιδού, θα έλεγα, ένα (αθλητικό) δώρο που μάς κάνει, μέσω του ίδιου του Υπαρκτού, ο Θεός αποβλέποντας σε μια γνησιότητα και αυθεντικότητα σχέσης, έστω κι αν από τη μια του πλευρά μοιάζει αρκούντως σκληρό (καθότι ευνοεί ποικιλία στάσεων απέναντι στο δώρο – έως παραχρησίας και κακοχρησίας – εν όψει του απολύτου σεβασμού και της απόλυτης ενθάρρυνσης εκ μέρους του Θεού στην ανθρώπινη ελευθερία), μη παύοντας ωστόσο να είναι δώρο, μια που θα ήταν αυθαιρεσία και ανοησία να αποκόψουμε τη σκληρότητα ως τρόπο ή συστατικό τού δώρου και της δωροφορίας. Τελεσίδικα, δηλαδή, κάθε μα κάθε ενέργεια τού χ πιστεύοντος είναι και ΟΦΕΙΛΕΙ να είναι ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΚΑ ριζωμένη στην… αμφιβολία[7] γι αυτόν τούτον το συντονισμό της με το θείο (ή οτιδήποτε άλλο στη θέση του, όπως μια ιδεολογία π.χ.) θέλημα, αλλά και για τον ίδιο τον (πιστεύοντα) εαυτό της ! Κάθε γνήσια και αληθινά πιστός, με άλλα λόγια, αποδεικνύεται ως τέτοιος αν εμφανίζει ικανή ποσότητα απιστίας πρωτίστως στις ατομικές ενέργειες, αντιλήψεις και βιώματά του (εν σχέσει με το αντικείμενο της λατρείας του), που εξικνούνται από το ίδιο το πεδίο τής πίστεως εντός τού οποίου κινείται και είναι[8] και επιπλέον αν επιδεικνύει και ικανή ΚΡΙΤΙΚΗ απιστία για θέσεις που, έστω εντός οιασδήποτε χ Αποκάλυψης, μοιάζουν να αντιστρατεύονται ΚΟΙΝΑ εμπειρικά δεδομένα της ανθρωπότητας και να προτρέπουν σε ένα είδος άρνησης τής ΦΥΣΙΚΗΣ εγκόσμιας συνθήκης μας[9], κατά το πρότυπο που αφήνει ΦΥΣΙΟΚΡΑΤΙΚΑ να διαφανεί στην Α΄ επιστολή του ο Ιωάννης ο Θεολόγος.

 

f_4

 

Επισημαίνω δε πως το γεγονός ότι αντλώ τη θεμελιώδη διακήρυξη του «ΠΩΠΟΤΕ» από τη δική μας χριστιανική παράδοση δεν σημαίνει (ομολογιακά) απολύτως τίποτε (αφού αυτή η διακήρυξη οφείλει να είναι οικουμενική και πανθομολογούμενη) και ο μόνος λόγος που το κάνω είναι η απλή υπενθύμιση μιας σαφέστατα εκπεφρασμένης ευαγγελικής θέσης, η οποία συμβαίνει να μάς είναι, ή οφείλει να είναι, εντελώς οικεία και για το λόγο αυτό εύκολα προσβάσιμη. Φυσικά, δεν έπεται πως αυτή η σχοινοβασία εντός/εκτός αφορά αποκλειστικά στο γεγονός και το «πεδίο» τής πίστεως. Αφορά σε κάθε τμήμα τού επιστητού και σε κάθε σχέση μας μαζί του. Απλά, στην εισήγηση αυτή περιοριζόμαστε στο θρησκευτικό πεδίο, το οποίο, ωστόσο, υφέρπει κάθε ιδεολογικής (φονταμενταλιστικής χροιάς) και λογής θεωρητικής θέσης και απόφανσης περί του Είναι, ακόμη δε και της λεγομένης αθεϊστικής.

 

f_5

 

Ο άνθρωπος είναι το ον των μεταιχμίων. Είναι ο επί ακροτόμου ιστάμενος. Ο εκ της κοσμικής συνθήκης μοιράμενος να ενδιαιτάται επί ακρωρειών. Ως μεταχμιακό ον οφείλει να ζει μεταιχμιακά, να σχοινοβατεί. Και στην πλέον ασήμαντη λεπτομέρεια. Οφείλει ιδού ένα μέγιστο υπαρκτικό Δέον , να είναι «εδώ και εκεί». Να ζει την απιστία εν πίστει και τούμπαλιν. Σχεδόν μέχρι τού ορίου να αισθάνεται ότι… «υποκρίνεται» στην πίστη/απιστία του, στον ίδιο τον εαυτό του και τη συνειδησιακή του οργάνωση. Να απορεί, μέσα σε σχοινοβατική υγεία και αυτάρκεια…, για το ποιος είναι ο «αληθινός» του εαυτός. Ο σχοινοβάτης σχοινοβατεί μεν, τριγυρνώντας τον Κόσμο, μετά λόγου, όμως σχοινοβατεί ξαρμάτωτος[10], δίχως κάποια προειλημμένη και επεξεργασμένη «θεωρία», όπως αντίθετα ο νομοκανονικός δούλος των προαποφάσεων χ φονταμενταλιστής, όπου η πράξη του ορίζεται από το (μονολιθικό και παγωμένο) πριν και όχι το φλέγον και ριψοκίνδυνο νυν. Ο μεταιχμιακός δεν πιστεύει ούτε απιστεί μονολιθικά, μονοδιάστατα. Ο ζων μεταιχμιακώς, ουσιαστικά έχει κατορθώσει να «χάσει»[11] υγιώς (κι αυτό δεν σημαίνει ανωδύνως…) τον εαυτό του, έχει καταστεί «ξένος» τού εαυτού του. Έχει γίνει ο αεί ακροβάτης ΑΚΤΗΜΩΝ[12]. Ο συνουσιαστικός «υποκριτής» των πεδίων. Άθλος τόσο μέγας[13] και (εν πνεύματι) αριστοκρατικός, ώστε η ηράκλεια προσπάθεια που απαιτεί κατασιγάζεται κι απονεκρώνεται στη συνείδηση των αδυνάμων, γλίσχρων και φυγοπόνων πολλών[14] σχεδόν από τη χαραυγή τού βίου. Τελικά, ο αληθινά πιστός φιλοξενεί δημιουργικά και δια βίου εντός του ένα χώρο σχετικοποίησης τής παραδεδεγμένης απ’ αυτόν τον ίδιο αλήθειας.

 

 

f_6

 

Μάλιστα, μια τέτοια κριτική απιστία, ουσιαστικά μια υπαρξιακή σχοινοβασία εντός τού πεδίου τής πίστεως…, προκαλείται και από το πανθρησκειακό γεγονός ότι μέγα μέρος τής παραδεδομένης χ πίστεως αποτελεί προϊόν των άμεσων επιγόνων τής χ Αποκάλυψης και δεν εκφράζεται ρητά και αναντίρρητα από την ίδια την Αποκάλυψη. Κι αυτό συμβαίνει σχεδόν νομοτελειακά, θα παρατηρούσε κανείς.

 

 

f_7

 

Θεωρώ λοιπόν, με την παραπάνω αναφορά, πως κάθε υγιής «θρησκευτική» πρόταση κρίνεται και ελέγχεται ως τέτοια αν συμπεριλαμβάνει στους κόλπους της μιαν ανάλογη με τα παραπάνω μορφή απιστίας. Αν αφήνει δομικώς, από την ίδια τη σύσταση τής Αποκάλυψής της δηλαδή, περιθώρια διάτρησης κάθε απολυτοποιημένης θωράκισης τού πιστού, που εν τέλει δεν είναι άλλο από ψυχολογική θωράκιση η οποία εξάγεται (προβολικά = αλογίκευτα, παρα-νοϊκά) απειλητικά προς τον Άλλον, τον χ πλησίον, τον έτερον και διαφορετικόν, δαιμονοποιώντας τον (μαρτυρεί περί τούτου σύμπασα η ανθρώπινη ιστορία). Αν παρουσιάζει, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, τη γόνιμη οντολογικά και σωτηριολογικά πέτρεια διαλεκτική τού «πιστεύω, Κύριε΄ βοήθει μου την απιστίαν»[15]. Η υγιής και νηφάλια συνειδητοποίηση, εκ μέρους του χ πιστού, αυτής τής… φυσικότητας τού «Πώποτε», καθώς και η δομική αχρωμία των όντων (ως τελεολογικό δημιουργικό ενέργημα του Θεού εν όψει της ανθρώπινης ελευθερίας και της αληθινής σωτηρίας (=ακεραιότητος) του ανθρώπου), στην οποία θα αναφερθούμε παρακάτω, δεν θα επέτρεπαν, φυσικώ τω τρόπω, να αναπτυχθούν «παπικές» τάσεις στο ανθρώπινο υποκείμενο, αν αυτό δεν ταλανιζόταν βαρύτατα από την ενόρμηση τής κατακυρίευσης, την οποία δεν μπορεί να ελέγξει, ειδικά στην φονταμενταλιστική της εκδοχή. Το «Πώποτε» μπορεί να φιλοδωρήσει κάλλιστα τραγικότητα, άλγος, άγχος, οδύνη αναζήτησης, επίπονη επίκληση κι ίσως συχνά αδιέξοδο. Όχι όμως τάσεις κατακυρίευσης, όχι όμως την ολοκληρωτική επιβολή στον ψυχισμό τού υποκειμένου μιας libido dominandi[16], υπό την προϋπόθεση ότι το υποκείμενο θα έχει διδαχθεί να απέχει μαεστρικά από το αντικείμενο τής πίστεως/έρωτός του (…όπερ ουτοπικό ;).

 

f_8

 

Μάλιστα, στην περίπτωση ψυχικής διαχείρισης αυτής τής εμπειρίας τού «Πώποτε» θα μπορούσε κανείς να οδηγηθεί σε μιαν παραίτηση ίσως από την επιθυμία, ή και σε μια «στραμμένη πλάτη» προς το αντικείμενο τού πόθου και γενικά στο μάταιο, σκληρό και αλγεινό κόσμο. Όμως, ποτέ δεν θα εκδηλώνονταν φονταμενταλιστικές τάσεις κατακυρίευσης και κατεξουσίασης εξαιτίας τής αποτυχίας πληρωματικής συνάντησης. Αυτό το ΠΩΠΟΤΕ, που προαναφέραμε, θεμελιώνει τον συγκρατημό και τη μετά λόγου αποστασιοποίηση από κάθε είδους ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΗ ενέργεια, ακόμη και μέσα στο περιβάλλον τής πλέον άπεφθης και γνήσιας πίστης. Δείχνει, ΛΥΤΡΩΤΙΚΑ, ότι μάς εμβάλλει την εξαγιασμένη ΑΠΙΣΤΙΑ για κάθε απολυτοποιημένη ή ολοκληρωτική μας ενέργεια. Κι αυτό μοιάζει παράδοξο εντός τού περιβάλλοντος τής πίστεως, ιδωμένης όμως εντελώς κομφορμιστικά νομίζω. Ωστόσο, είναι υγιές και ανθρώπου συστατικόν, καθώς στην εναντία περίπτωση η «θρησκεία», αν προτιμάτε καλύτερα το μεταφυσικό ερώτημα, δεν θα ήταν απλά το όπιο τού λαού, αλλά η ριζική εντροπία τής αισθητής κοσμικής μας συνθήκης. Πράγμα απείρως διαλυτικότερο και τραγικότερο. Και δυστυχώς, οφείλουμε να υπενθυμίσουμε, ότι ιστορικά είναι πάμπολλες αυτές οι ολοκληρωτικού χαρακτήρα ενέργειες, δηλαδή ουσιαστικά η ριζική παραθεώρηση αυτού του, δια του Αποστόλου Ιωάννη, Κυριακού λογίου. Στην αντιμετώπιση τού θρησκευτικού φανατισμού αυτό το τρις ειπωμένο ΠΩΠΟΤΕ, τόσο από τα Κυριακά όσο και τα αποστολικά χείλη προερχόμενο, έχει εξέχουσα και πρωταρχική σημασία[17]. Μάλιστα, δεν αφήνει περιθώρια εξαιρέσεων και δεν βάζει νερό στο κρασί τού κοσμικού Χρόνου. Το ΠΟΤΕ παραμένει ΠΟΤΕ σε κάθε κοσμικό χρονικό ορίζοντα. Υπόρρητα καταδεικνύει έναν άξονα τής ανθρώπινης συνθήκης. Ο οποίος, ωστόσο, είναι ευέλικτος: και μένει απολύτως αρραγής και ανατρέπεται. Το «αρραγής» αφορά σε εκείνο το ΠΩΠΟΤΕ που συνιστά την ΚΟΙΝΗ και ΠΑΝΑΝΘΡΩΠΙΝΗ διαπίστωση, μέσα στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ τού ανθρωπίνου όντος. Και μάλιστα στην καθημερινότητα εκείνη που αφορά στον ΔΗΜΟ[18]. Στη δημόσια, ΚΟΙΝΗ, καθημερινότητά μας. Εκεί, αυτό το ΠΩΠΟΤΕ προβάλλει αράγιστο και αδιάτρητο. Κι αυτή είναι μια διαπίστωση την οποία θα μπορούσαν να υπογράψουν άπαντες οι την οικουμένη οικούντες πιστοί ή μη, αν θελήσουν στοιχειωδώς να φανούν ειλικρινείς με τον εαυτό τους. Και είναι μια διαπίστωση που θα μπορούσε να καταγραφεί σε κάθε ιερό κείμενο κάθε θρησκείας : ΠΩΠΟΤΕ. Ο χ θεός της οικουμενικής «θρησκευτικής» εμπειρίας είναι πάντοτε και ανεξαίρετα ένας deus absconditus. Ο οποίος «κρύπτεσθαι φιλεί»[19]. Έτσι, το αντικείμενο που αντιπροσωπεύει αυτό το «Πώποτε» είναι ένα αντικείμενο που η ψηλάφησή του μετατίθεται συνεχώς, ενώ το ίδιο κρυβόμενο και απομακρυνόμενο δηλώνεται εσαεί μελλοντικό καθότι αόρατο[20].

 

f_9

 

Ωστόσο, οι παρατεταμένες αναμονές τού μέλλοντος γεννούν πάντα μεγάλες απογοητεύσεις. Οι οποίες και πρέπει να υπεραναπληρωθούν (σύμφωνα με τη φονταμενταλιστική ψυχοπαθολογία). Μολαταύτα, θα πρέπει να τονισθεί ότι ναι μεν αναφερόμαστε στο (συμβατικό) θρησκευτικό φονταμενταλισμό (κάθε φονταμενταλισμός, όμως, είναι ουσιωδώς θρησκευτικός…) με τον όρο «Πώποτε» τον οποίο σχολιάζουμε, όμως αυτό το «Πώποτε» μπορεί να μεταφραστεί, και φυσικά να ισχύει…, για κάθε περίπτωση ανικανοποίητου/αμέθεκτου[21], τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών. Μάλιστα δε, το ανικανοποίητο που το «Πώποτε» καλλιεργεί, εκλαμβάνεται, από το ψυχωτικό φονταμενταλιστικό υποκείμενο, ως ακύρωση (αυτο)καταξίωσης τού Εγώ. Και το βίωμά του παραμένει ενδοβεβλημένο ως μια εσαεί απλήρωτη επιθυμία, που οι διαστάσεις της είναι τόσο μεγάλες και ανυπόφορες για το ψυχωτικό αυτό υποκείμενο, ώστε η προβολική τους εκτόνωση και εξαγωγή να συντελείται υπό όρους εκμηδένισης των «κακών» αντι-κειμένων[22]. Δεν θα πρέπει επ’ ουδενί να ξεχνάμε ότι το φονταμενταλιστικό υποκείμενο είναι ένα κατακυριευμένο από την επιθυμία «του» υποκείμενο, ένα δουλοποιημένο από την επιθυμία «του» υποκείμενο, κυρίως και ψυχοδομικά, ένα καταποντισμένο στην επιθυμία «του» υποκείμενο, δίχως την ικανότητα πια να επιθυμεί και να μπορεί να σταθεί ένα, τουλάχιστον, βήμα πίσω και μακρύτερά της, καθότι είναι ψυχωτικά και πρωταρχικά ένα εξαρτημένο και εθισμένο υποκείμενο, ένα ναρκωμένο υποκείμενο.

 

f_10

 

Ναρκωμένο ακόμη και από το (δήθεν ή όντως…) «αγαθό» και την «αλήθεια». Κι αυτή η νάρκωση στην επιθυμία (= πολύπτυχη και πολυκέφαλη εξάρτηση) εξηγεί, θαρρώ, πάρα πολλά σχετικά με τη γνωσιακή και τη διανοητική του λειτουργία και τον αντίστοιχο, στην νάρκωσή αυτή, φανατισμό, τη βαρβαρότητα ή τον πρωτογονισμό, τα οποία εξεχόντως το διακρίνουν και το χαρακτηρίζουν. Πάνω σ’ αυτά ακριβώς είναι άκρως συνηγορητική η πλατωνική μαρτυρία, η οποία τονίζει εμφατικά, κρίνω, ότι η αρχή μιας χ ύβρεως (και υπάρχουν πολλές είναι αλήθεια, όπως και ο ίδιος ο Πλάτων υπαινίσσεται…) είναι η κατακυρίευση του υποκειμένου από την επιθυμία του και η συνακόλουθη  δουλοποίησή του σ’ αυτήν, με κατάληξη την παρα-λογικότητα, την παρά-νοια : «ἐπιθυμίας δὲ ἀλόγως ἑλκούσης ἐπὶ ἡδονὰς καὶ ἀρξάσης ἐν ἡμῖν τῇ ἀρχῇ ὕβρις ἐπωνομάσθη. ὕβρις δὲ δὴ πολυώνυμονπολυμελὲς γὰρ καὶ πολυμερέςκαὶ τούτων τῶν ἰδεῶν ἐκπρεπὴς ἂν τύχῃ γενομένη, τὴν αὑτῆς ἐπωνυμίαν ὀνομαζόμενον τὸν ἔχοντα παρέχεται, οὔτε τινὰ καλὴν οὔτ᾽ ἐπαξίαν κεκτῆσθαι. περὶ μὲν γὰρ ἐδωδὴν κρατοῦσα τοῦ λόγου τε τοῦ ἀρίστου καὶ τῶν ἄλλων ἐπιθυμιῶν ἐπιθυμία»[23].

 

f_11

 

Στον αντίποδα αυτού τού τόσο εθισμένου στην επιθυμία του υποκειμένου, κείνται οι παντοειδείς ταξιδευτές, οδυσσείς και ιερείς τού Ανοιχτού, οι οποίοι έχουν ως χαρακτηριστικότατο γνώρισμα και συστατικό τους ψυχοδομικό στοιχείο να μην εξαρτώνται (=ρουφιώνται, καταποντίζονται, …) εμμονικά κι απολυτοποιημένα ούτε από το Αγαθό, το Αληθινό, το Υπέρτατο, το Υψηλό, το Περικαλλές ή άλλο τι της επιθυμίας τους (!), δίχως ωστόσο αυτό, μάλιστα, να σημαίνει πως υποστέλλουν κάπως τον πόθο τους και τον προσανατολισμό τους σ’ αυτά. Γιατί συμβαίνει αυτό ; Πώς τα αντιφονταμενταλιστικά υποκείμενα, λόγου χάρη, του ταξιδευτή ή του Οδυσσέως κατορθώνουν τον άθλον αυτό ; Η βάση γι αυτή τους τη (ριζικά αντιφονταμενταλιστική) στάση είναι από τη μια η εμπειρία ζωής, η οποία τους έχει φιλοδωρήσει πληγές και τραύματα, όντας παράλληλα αυτοί αμετανόητα ανοικτά διατεθειμένοι προς το ζην, με αποτέλεσμα να συναισθάνονται την εαυτών σμικρότητα και από την άλλη η εντελώς, βάσει αυτής τούτης της εμπειρικής και βιωματικής σχέσεως με το ζην, ερειδόμενη στη λογική, που επιβάλλει η ανθρώπινη κατάσταση εντός της κοσμικής συνθήκης, απόφασή τους να διατεθούν και να προσφερθούν απολύτως και αφιερωτικά στη χειραγώγησή τους από την έκπληξη, την ανατροπή, την κύμανση, τη συστροφή κλπ, που η ίδια η κοσμική συνθήκη αφειδώς προσφέρει. Γνωρίζουν πως η χ επιθυμία τους είναι κατά πολύ μικρότερη, ασθενέστερη και διαβλητότερη από το σχέδιο της ίδιας της ζωής γι αυτούς. Και γνωρίζουν ότι αν την ακολουθούσαν εμμονικά και απολυτοποιημένα θα μεταβάλλονταν σε φύλακες του ίδιου του εαυτού τους και της πάντα ωκεάνειας και ποντοπόρας ζωής. Θα αυτοφυλακίζονταν. Με αποτέλεσμα να… φυλακίζουν τα πάντα. Η σύμπλευση, αντιθέτως, με την εκτροπή (από μονολιθικές και ψυχωτικές εμμονές των υποκειμένων), που ανεξαιρέτως φιλοδωρεί προς όλους το ίδιο το ζην, συνιστά όχημα και εργαλείο αυτογνωσίας αλλά και γνώσεως του Είναι. Το παύλειο «εκ μέρους γινώσκομεν»[24] και προπαντός η εσχατολογία τού «τότε το εκ μέρους καταργηθήσεται», δεν μοιάζει να εννοεί ή να ευνοεί κάποιες εξαιρέσεις. Μιλά ολικώς. Και προπαντός είναι βέβαιο ότι μιλά για τα εντός της πίστεως δεδομένα, για τα εντός της πίστεως πιστευόμενα. Το χ συνειδησιακό και γνωστικό μας φορτίο τελεί βεβαιότατα υπό αίρεση, με βάση αυτή την επαγγελία του Παύλου. Η οποία δεν είναι, θα έλεγα, αποκλειστικά αφορώσα στο Υπερβατικό. Μοιάζει να συνάδει με αυτή τούτη τη φύση των ενδοκοσμικών πραγμάτων κι αυτός είναι ο λόγος που την παραθέτω εδώ. Οι οδυσσείς γνωρίζουν δια βίου ότι «εκ μέρους γινώσκομεν», με αποτέλεσμα τη συνέχιση του ταξιδιού γνώσεως, την απορία για το Είναι, την Ερώτηση ως κατεξοχήν φιλοσοφική και ανθρωπολογική στάση και την έφεση για κίνηση προς το άγνωστο, κίνηση που θα συσσωρεύσει γνώση πάνω στη γνώση, με πιθανότατο ενδεχόμενο και αποτέλεσμά της την ακύρωση και κατάργηση των όσων γνωρίζαμε μέχρι την ταξιδιωτική μας εκκίνηση. Επ’ αυτών είναι φύσει αδύνατον να στηθεί φονταμενταλιστική νοοτροπία, φονταμενταλιστικός ψυχισμός και φονταμενταλιστική πράξη. Και ο λόγος είναι απλός : αντιβαίνουν απολύτως στη στασιμότητα του «γνώναι» που πάνω της επωάζεται το φονταμενταλιστικό φαινόμενο. Τα ανωτέρω αντιφονταμενταλιστικά υποκείμενα μοιάζουν να λένε κραυγάζοντας ότι οι θάλασσες υπερβαίνουν τα πλοία, τα πλοία υπερβαίνουν τα πληρώματα, οι πλόες υπερβαίνουν τους χάρτες και πιθανότατα οι εκτροπές υπερβαίνουν τις στοχοθεσίες, …καταρτίζοντάς τες, παραδόξως και ου κατ’ άνθρωπον, προσφυέστερα ! Δίχως, φυσικά, αυτή η υπέρβαση να καταργεί τη νομιμότητα όλων των παραπάνω δεύτερων όρων της σχέσεως. Και όλα αυτά είναι προφανές ότι δομούνται επί της βάσεως της λογικής.

 

f_12

 

Όλες αυτές οι διαπιστώσεις/εξισώσεις ερείδονται στην πλέον γόνιμη λογική. Τη λογική εκείνη που επιμένει να αντιστέκεται στους λογής αυτοεγκλωβισμούς. Τα ταξιδιωτικά αυτά υποκείμενα έχοντας γευτεί την εμπειρία του «Πώποτε» ακολουθούν ή επιθυμούν να ακολουθήσουν εντελώς διάφορη πορεία από εκείνη που ακολουθούν τα ψυχωτικά φονταμενταλιστικά υποκείμενα, ακριβώς επί τη βάσει της κοινής αυτής εμπειρίας του «Πώποτε». Έχοντας βιωματική και όχι ιδεαλιστική/ιδεολογική εμπειρία του ζην εν κόσμω, τα αντιφονταμενταλιστικά υποκείμενα του ταξιδευτή και Οδυσσέως αντιλαμβάνονται λογικά πως αυτή τούτη η εμπειρία του «Πώποτε» σχετικοποιεί την όποια γνώση τους, με τη συνακόλουθη αρρώστια της απολυτοποίησης αυτής της γνώσης, την όποια αλήθεια, κατοχή, δόγμα. Η σχετικοποίηση αυτή τα θέτει σε μια στάση και κατάσταση αναμονής ενός «τότε» κατά Παύλον. Η αναμονή του «τότε» παρέχει αφειδώς περιθώρια ανοχής και διαλόγου μέχρι την ελπιζόμενη χ «φανέρωση» του Είναι, οπότε θα ελεγχθεί η πραγματικότητα της πίστεώς μας, πιθανότατα επί μιας βάσης που ουδέποτε είχαμε όχι μόνο σκεφθεί αλλά ούτε καν ονειρευτεί[25]. Η αναμονή, ωστόσο, δεν είναι απαραίτητο και άφευκτο να εγκαταλείπει ούτε και να ακυρώνει τα πιστευόμενα. Απλώς το αντιφονταμενταλιστικό υποκείμενο, που αναμένει το «τότε», θέτει εαυτόν και τις απόψεις του υπό αμφισβήτηση έως ότου το ίδιο το ζην και όχι το Εγώ να υποδείξει την Πραγματικότητα. Σε αντίθεση με τα κοινώς και πανδήμως πραττόμενα, το αντιφονταμενταλιστικό υποκείμενο δεν απολυτοποιεί, συνεπώς, το πλοίο έναντι της θάλασσας, ούτε το πλήρωμα έναντι του πλοίου, ούτε τους χάρτες έναντι των πλοών, ούτε τις στοχοθεσίες έναντι του εκπληκτικού εξαίφνης των εκτροπών, ωσεί ρουφηγμένο και κατακυριευόμενο από μιαν ομοβροντία παρα-λογισμού παρά-νοιας και προπαντός νόθευσης και παραποίησης της κοσμικής πραγματικότητας. Γι αυτό, κοντολογίς, το ταξιδευτικό υποκείμενο είναι αντιφονταμενταλιστικό : επειδή είναι πρωτίστως και καιρίως λογικό. Δηλαδή σχετιζόμενο βιωματικά με το ζην. Ιδού και η κρηπίδωση, η θεμελίωση αλλά και η δικαίωση της ίδιας της λογικής λειτουργίας. Και οφείλουμε να πούμε ότι το ταξιδευτικό και ταξιδιωτικό αντιφονταμενταλιστικό υποκείμενο είναι λογικό καθότι είναι πολυειδώς θαρραλέο και τολμηρό. Νικά τον φόβο και τον «βάλλει έξω»[26], διότι νικιέται από το θάρρος και την τολμή της αγάπης για το Είναι. Η λογική είναι (κάποτε) αποτέλεσμα τόλμης και αυτό (κάποτε) ισχύει τανάπαλιν. Συνυπογράφω, λοιπόν, αβίαστα τη δήλωση Μάρκες ότι «με την τόλμη ζει κανείς καλή και γεμάτη ζωή.»[27], (η παχυγράφηση δική μου). Και το ζητούμενο είναι να ζήσει κανείς και να ζήσει «περισσόν»[28]. Να ζήσει το ζην ως δώρο και αυταξία[29]. Και ως αυταξία το ζην κείται απολύτως και οντολογικώς στον αντίποδα και τής πλέον αδιόρατης φονταμενταλιστικής σκιάς και (επι)σκίασης.

 

f_13

 

Στο σημείο αυτό αξίζει να παρατηρηθεί κάτι. Όπως και λίγο παρακάτω θα σχολιάσουμε (βλ. π.χ. κατ. σημ. 42), το καταδουλοθέν στην επιθυμία του (φονταμενταλιστικό) υποκείμενο, είναι, μεταξύ άλλων, κι ένα οπαδικό, ομαδοποιημένο, αγελαίο υποκείμενο. Ένα υποκείμενο που αρέσκεται, εξαιτίας της νωθρότητάς του, σε ένα τυφλό και απόλυτο, πάντοτε μη κριτικό ακολουθείν κάτινος, ενός χ Εσύ (!!!), που αυτό το χ Εσύ υπάρχει ή επινοείται για να το απαλλάσσει από την ευθύνη του εαυτού του και γι αυτό ακριβώς οφείλει το χ Εσύ να είναι απολυτοποιημένο, ώστε να επιζητεί τυφλή υποταγή και υπακοή, αφού δι αυτών, έτσι, δεν θα αφήνονται ανοιχτά έστω και κάποια ελάχιστα περιθώρια ανάληψης προσωπικής ευθύνης και κριτικής στάσεως –πράγματα εξαιρετικά ανεπιθύμητα για το (φονταμενταλιστικό) υποκείμενο, το οποίο αρέσκεται στη στρογγυλότητα, τάξη και ήρεμη ασφάλεια του ακολουθείν τους πολλούς και του ακολουθείν την αναγορευμένη σε μεταφυσικό δόγμα γενικολογία και φλυαρία των πολλών. Κι εδώ συναντούμε το εξής παράδοξο : το πλήρως εξουσιαζόμενο υποκείμενο εξορμά προς το κατεξουσιάζειν και καταδουλούν ! Ωστόσο, οι παραδοξότητες κρύβουν συχνά μεγάλα φυσικά αίτια και υποστρώματα. Το έχειν εαυτόν δεν νομίζω ότι μπορεί να εκμηδενισθεί ποτέ στη συνείδηση και τον ψυχισμό τού υποκειμένου. Μπορεί να αλλοτριωθεί βεβαίως, να παραμορφωθεί, να στρεβλωθεί, να αποκρυβεί. Όχι, όμως, να ενταφιασθεί και να κατασιγασθεί. Έτσι το (φονταμενταλιστικής ροπής) υποκείμενο έχοντας χάσει τον εαυτό του δια της (παθογενούς, παθολογικής και διάστροφης) υπακοής στο νεκρό πάντοτε γράμμα ενός χ Νόμου πρέπει να τον ξαναβρεί (έστω και ως υποκατάστατο πια) στη διαταγή και την επιβολή επί του χ άλλου, ο οποίος έχει χαρακτηρισθεί ως οντολογικός εχθρός.

 

f_14

 

Το (φονταμενταλιστικό) υποκείμενο έχει δεχθεί, απεμπολώντας την υική του ιδιότητα[30] προς τον κόσμο, τα πράγματα και τη μεταφυσική, μια  «σχέση» (για την ακρίβεια ένα απήχημα σχέσεως εν αληθεία) μ’ ένα επιβαλλόμενο χ ιδεολόγημα, έναν χ πανσθενή Νόμο, στον οποίο δεν ζει και κινείται ως ζων οργανισμός και πρόσωπο[31], αλλά ως παθητικός και άκριτος υποδοχεύς του, ως αναπαραγωγικό βιασμένο (λογικά) σεξουαλικό αντικείμενο και σκεύος ηδονής αυτού του χ επιβεβλημμένου Εσύ στο Εγώ του. Είναι «φυσικό» να πράττει όσα ήδη δέχτηκε, να εξαγάγει τους εγκλωβισμούς του, να επιβάλλει το αδιέξοδο που εντός του κινείται. Άλλωστε, ό,τι έχει κανείς δίνει. Κι εδώ έρχεται η επιμαρτύρηση της Άρεντ όταν δηλώνει ότι «Αν εμπιστευθούμε τις δικές μας εμπειρίες σ’ αυτά τα θέματα, θα δούμε ότι το ένστικτο της υποταγής, μια φλογερή επιθυμία να υπακούει και να εξουσιάζεται κανείς από έναν κραταιό άνθρωπο, είναι τουλάχιστον εξίσου ευδιάκριτο στην ανθρώπινη ψυχολογία με την θέληση για δύναμη, ίσως δε, από πολιτική άποψη, να έχει μεγαλύτερη σημασία.

Το παλιό ρητό «πόσο κατάλληλος είναι να εξουσιάζει/ αυτός που μπορεί τόσο καλά να υπακούει», του οποίου κάποια παραλλαγή φαίνεται να ήταν γνωστή σε όλους τους αιώνες και σε όλα τα έθνη, μπορεί να δείχνει μια ψυχολογική αλήθεια : ότι η θέληση για δύναμη και η θέληση για υποταγή είναι αλληλένδετες»[32] (οι πλαγιογραφήσεις δικές μου). Κι αυτό εξηγεί άριστα, νομίζω, τις απάνθρωπες πρακτικές δουλοποίησης και εξόντωσης που ασκεί επί του χ άλλου το φονταμενταλιστικό υποκείμενο. Με βάση, ωστόσο, το σχήμα αυτό θα πρέπει να τονίσουμε την ύπαρξη ενός αντιθετικού σχήματος, όπου η ανυπακοή, η κριτική άποψη, η προσωπική στάση, η ευθύνη ανάληψης του εαυτού και η αμετανόητη δυστροπία σε αγελοποιήσεις και ομαδοποιήσεις φαίνεται να συνιστούν το πλέον κατάλληλο έδαφος όπου επάνω του θα βλαστήσουν ο διάλογος, η ανοχή, η διαλλακτικότητα, η μη βία. Οι ανυπάκουοι και ανένταχτοι της ιστορίας, όπως ο Ρεμπώ, ο Ν. Άσιμος, ο Μπωντλέρ, ο Σωκράτης, ο Ιησούς, ο Ηράκλειτος κλπ δεν είναι πιθανόν ποτέ να «στήσουν» τις γνωστές φονταμενταλιστικές πρακτικές που όλοι μας γνωρίζουμε. Κι αυτό σημαίνει πολλά και οφείλουμε να το λάβουμε σοβαρότατα υπόψη.

 

f_15

 

Έτσι, για να ξαναγυρίσουμε στα προτέρως λεχθέντα αφού προχωρήσαμε πρώτα στις ανωτέρω χρήσιμες παρατηρήσεις, αυτή η κατακυρίευση, η δουλοποίηση κι ο καταποντισμός, ως αποτέλεσμα του αυτοχειριασμού της λογικής του (φονταμενταλιστικού) υποκειμένου, επεξηγούν και δείχνουν πάρα πολλά, κρίνω, για τις (επί το πλείστον ανήκουστες, καθότι εκπληκτικά παρά-λογες και παρα-νοϊκές) μεθόδους που χρησιμοποιεί ο φονταμενταλιστής και τις καταστάσεις που επιβάλλει βιαίως στα θύματά του : τα κατακυριεύει, το δουλοποιεί και τα καταποντίζει/εκμηδενίζει όταν πια, βεβαίως, τού είναι παντελώς άχρηστα. Με συνέπεια να πράττει εξωτερικά (προβολικά επί τού Εσύ), ασφαλώς, όλα εκείνα που βαθύτατα μέσα του, και πάντα ασυνείδητα, δυσφορεί αφόρητα που τα έχει υποστεί και πάθει ο ίδιος, το ίδιο το Εγώ του. Ατελεύτητη εσωτερική κρούση και ενόχληση τού Ασυνείδητου, με φανερές ωστόσο, εκδηλώσεις και αποτελέσματα, καθώς βέβαια η Φύσις, πάντοτε και αδιαλλείπτως, δεν παύει να διεκδικεί τα δικαιώματά της, δεν σταματά να ηχεί τον εαυτό της, να χτυπά καμπανάκι κινδύνου στον πλαστογράφο και το διαφθορέα της προς συνετισμό και μετά-νοιά του.

 

f_16

 

Πρέπει δε να σημειωθεί, με όση έμφαση είναι δυνατόν, ότι το φονταμενταλιστικό υποκείμενο είναι ένα εξαιρετικά δυσκοίλιο υποκείμενο στο να απαγκιστρωθεί από τον εαυτό του, από το απόλυτο Εγώ του, να κάνει και την ελάχιστη εκ-στατική κίνηση, που θα το οδηγήσει στο να κρατήσει, έστω, και την ελάχιστη απόσταση από το απόλυτο ρούφηγμά του στο (επιθυμητικό) υποκείμενό του, το οποίο εμφανίζει την ακατάσχετη ροπή να προσκολλάται επί κάτινος. Το υποκείμενο αυτό είναι ανίκανο να κρατήσει αποστάσεις τόσο από τα συναισθήματά του, όσο και από την κρίση του ή τις απόψεις και θεωρίες του και το σημαντικότερο : αδυνατεί να μην τις αναγάγει σε εσχατολογία. Είναι αφόρητο μαρτύριο γι αυτό η σκέψη και μόνο ότι το υποκείμενό του μπορεί να είναι… (κατά Ρεμπώ λ.χ.) πολλοί. Θα κλυδωνιζόταν εις θάνατον (ως μια Krankheit zum Tode…) αν κάποιος το ενέτασσε σ’ έναν κόσμο όπου η πραγματικότητα θα ήταν το κατά Πεσσόα, ας πούμε, πολυπρόσωπον τού υποκειμένου, και μάλιστα υπό την προοπτική τής εορταστικής και δημιουργικής αντιμετώπισης αυτού του πολυπρόσωπου, την οποία συναντούμε, εμβληματικά, στο παράδειγμα τού Πεσσόα. Κάτι, δηλαδή, που θα εκτόνωνε και θα αλάφρωνε σημαντικά το άχθος ή και το άλγος που οπωσδήποτε ενέχει αυτό το (πολυπρόσωπο) άγνωστον τού εαυτού μας. Όχι δυστυχώς, το φονταμενταλιστικό υποκείμενο δεν μπορεί να υποφέρει να παίζει θέατρο με τον εαυτό του. Να είναι και ο ηθοποιός και ο σκηνοθέτης και ο θεατής τού εαυτού του. Και μάλιστα αυτό να συμβαίνει, κυριότατα, ΦΥΣΙΚΑ. Δίχως, δηλαδή, την πεποιημένη αίσθηση ενός θεάτρου που «στήνεται» για μια κάποια χ ωφελιμιστική επιδίωξη. Δίχως μιαν, ας πούμε, προσποίηση, θετικιστικού και μικροαστικού περιεχομένου, προς τον ίδιο τον εαυτό του.

 

f_17

 

Ο φονταμενταλιστής δεν μπορεί να αγανακτεί εις παροξυσμόν και ταυτόχρονα να είναι τόσο μειλίχιος και πράος όσο ένα αρνί. Δεν μπορεί να ικανοποιείται και να απολαμβάνει και ταυτόχρονα να σηκώνει άγκυρες για ταξίδια και ξεβολέματα. Δεν μπορεί να φιλοδοξεί, να σχεδιάζει και να προγραμματίζει και ταυτόχρονα να κινείται «ανατολίτικα», με νωθρότητα δηλαδή, προς τις επιδιώξεις τού ίδιου τού εαυτού του. Δεν μπορεί να γκρινιάζει και ταυτόχρονα να ίσταται έξω από τη γκρίνια του. Να χαίρεται και ταυτόχρονα να ίσταται έξω από τη χαρά του. Να πενθεί και ταυτόχρονα να ίσταται έξω από το πένθος του. Να στοχεύει και ταυτόχρονα περί άλλων να τυρβάζει. Να διάκειταιπρος και ταυτόχρονα να αφίσταται. Να εντάσσεται και ταυτόχρονα να πολιτεύεται αποτασσόμενος. Να λατρεύει και ταυτόχρονα να αποστασιοποιείται από το λατρεύειν. Να αναζητεί τη μέγιστη μπαρόκ συνθετότητα και ταυτόχρονα να  φτάνει να αρκείται όχι απλά στο απλό, αλλά στο πρωτόγονα και κυρίως ακατέργαστα στοιχειακό.

 

f_18

 

Να στέκεται-πάνω-και-μέσα-εις-τι και ταυτόχρονα να ίσταται έξω και πέρα ακόμη και από τον … νοηματισμένο εγκλεισμό και εγκιβωτισμό του σ’ αυτό το κάτι. Να αγαπά, ας πούμε, και να αδιαφορεί[33]. Να φλέγεται και ταυτόχρονα να καταβρέχει ατάραχα τη φλόγα του. Να επενδύει ξεχνώντας και κέρδη και απώλειες. Να παραμένει αυτοθυσιαστικά πιστός και ταυτόχρονα να επιμελείται ακροβατικά όχι μόνο την απιστία του, αλλά και να μην κλυδωνίζεται καταγράφοντας (διαπαντός…) στο λογαριασμό του επάλληλες, ριψοκίνδυνες,  και πιθανόν περικαλλείς προδοσίες τής πίστεως. Τέλος, να ίσταται στην κόλαση στραμμένος ταυτόχρονα και λογιζόμενος μόνον παράδεισο ή να ανακλίνεται στον παράδεισο δυναμιτίζοντας αξιομισθίες, ανέσεις και κεκτημένα, πράττοντας …«κόλαση». Μάλιστα, να «αμαρτάνει» ταυτόχρονα προσευχόμενος και προπαντός μη αφιστάμενος (!!!) από αμφότερες τις ενέργειες αυτές. Όχι. Ο καταποντισμός τού φονταμενταλιστή στην ιδεολογικοποιημένη πάντα επιθυμία του είναι τέτοιος, ώστε να έχει περιαχθεί σε κακέκτυπο τού εαυτού του, να έχει μεταβληθεί σε ραγιά τής ενόρμησης κατακυρίευσης, σε ολοένα και πιο συρρικνούμενο άτομο δεμένο στα χαλινάρια ενός απολυτοποιημένου επιθυμείν λόγω αξεπέραστων φοβικών συμπλεγμάτων έναντι της απεριόριστης ελευθερίας… του ίδιου τού εαυτού του. Της ελευθερίας να μπορεί να μην ταυτίζεται απολυτοποιημένα με το Εγώ του !

 

(συνεχίζεται)

______________________________________

[1] Με περισσή ευκολία θα ενστερνιζόμουν τον όρο «απλοϊκός ρεαλιστής» τόσο για την περίπτωση τού πάντοτε διψώντος Πραγματικότητα ποιητή, όσο και για την περίπτωση ενός φιλοσόφου, ο οποίος επιζητεί να μην καταποθεί από το αφηρημένο, το διανοητικισμό, το αιθαλώδες και κυρίως το ανεδαφικό των μεγαλοφυών ή όχι νοητικών συλλήψεών του. Με ικανοποιεί βαθιά η απόφανση τού Ross, όταν στη πασίγνωστη μελέτη του για τον Αριστοτέλη λέει ότι « Ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί μερικές φορές μια γλώσσα του μπορεί να θεωρηθεί ιδεαλιστική, ουσιαστικά όμως είναι απλοϊκός ρεαλιστής.», η πλαγιογράφηση δική μου (βλ. W. D.Ross, Αριστοτέλης, σελ. 190, μετ. Μαριλίζα Μητσου, εκδ. ΜΙΕΤ, 1991). Άλλωστε, η τάση για ακραιφνή ρεαλισμό είναι κάτι που εν γένει χαρακτηρίζει τον ελληνικό πολιτισμό, άλλο αν στις βαθύτατες εκπτώσεις του, κατά ιστορικές περιόδους, ορκίζεται φανατισμένα να το λησμονά αυτό.

[2] Περί της Πράξεως στα πλαίσια του Δικαίου (αλλά και του ίδιου του μη αφηρημένου ή θεωρητικού στοχάζεσθαι), ας μελετήσει ο αναγνώστης το έξοχο μελέτημα του Μιχαήλ Πάγκαλου, Είναι το φυσικό δίκαιο απαραίτητο στη συζήτηση για τη δικαιοσύνη ;, σελ. 341-394, στον τόμο Δικαιοσύνη και Δίκαιο, επιμ. Στ. Ζουμπουλάκη, εκδ. Αρτος Ζωής, Αθήνα 2015.

[3] Θεωρώ πως αυτή καθαυτή η εγκόσμια συνθήκη, με όλους τους άξονες που την αρμόζουν (ένας απ’ αυτούς το «Ποτέ» του οράν το θείο…, στον οποίο αναφερόμαστε παρακάτω), εκβάλλει στο φυσικό δίκαιο, που με τη σειρά του συγκροτεί τη δικαιοσύνη. Η αλυσίδα μοιάζει ορθή και οικουμενικά εφαρμόσιμη, μια που το φυσικό δίκαιο έχει αφεαυτού την καθολικότητα (ερειδόμενο, αν μπορώ να εκφραστώ έτσι, στην κοσμολογία και δη στη φαινομενολογία της εγκόσμιας συνθήκης ως έχει για όλους αδιαφοροποίητα) : φυσική κατάσταση → φυσικό δίκαιο → φυσικό δικαίωμα. Αυτή η εγκόσμια συνθήκη αφεαυτού της θεμελιώνει μια θεώρηση του φυσικού δικαίου ως ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ, το οποίο πιστοποιείται, αγγίζεται, ψηλαφείται. Θεμέλιο αυτής της «πραγμοποίησης», ας μου επιτραπεί να πω, του (φυσικού) δικαίου είναι το ίδιο το ΣΩΜΑ. Το ΣΩΜΑ συνιστά το μείζον δικαιικό κριτήριο για την απονομή δικαιοσύνης στις λογής φονταμενταλιστικές νοοτροπίες, ιδεολογίες και πρακτικές κυρίως και αποτελεί όχημα πραγμάτωσης του φυσικού δικαίου, και αναφορικά με το φονταμενταλιστικό φαινόμενο το αφορόν σ’ αυτό Δίκαιο είναι (και …«οφείλει» να είναι) πάντα ένα εμπράγματο Δίκαιο. Ειδικά στο φονταμενταλιστικό φαινόμενο το οποίο εδώ εξετάζουμε, το ΣΩΜΑ, με το φυσικό δίκαιο που από μόνο του θεμελιώνει, συνιστά ακρογωνιαίο δικαιικό λίθο επί το οποίου δύναται να θεμελιωθεί και να αποδοθεί η δικαιοσύνη με όρους παγκοσμιότητας, οικουμενικότητας, όπως, άλλωστε, απαιτεί ο αιώνας που διανύουμε και τα τέλη του αιώνα που αφήσαμε πίσω μας. Σε αντίθεση με τη θετικιστική και κατασκευαστική ή θεωρητική και αφηρημένη ή φιλοσοφική θεώρηση του Δικαίου, η οποία πλάθει και κατασκευάζει Δίκαιο και δεν μεριμνά να αναδείξει το αντικειμενικά υπάρχον πράγμα του Δικαίου, το ΣΩΜΑ, οφείλω να τονίσω και να υπενθυμίσω…, δεν …εφευρίσκεται, δεν επινοείται, δεν θεωρητικοποιείται, δεν υποτάσσεται σε αφαιρέσεις κλπ, και ασφαλώς το ίδιο συμβαίνει με τις λειτουργίες του, τον πόνο του, την ηδονή του κ.α. Το ολότελα απτό και συγκεκριμένο (στην καθολικότητά του πάντα) που το ΣΩΜΑ εκφράζει παραπέμπει στο ολότελα απτό και συγκεκριμένο ΠΡΑΓΜΑ του φυσικού δικαίου. Έτσι, το άτομο, που εισάγεται στη νεωτερική εποχή, παραπέμπει, κατ’ εμένα, στην καθολικότητα της φυσική μας συνθήκης και κατάστασης, αφού ό,τι είμαι εγώ είναι και όλοι οι άλλοι αδιαφοροποίητα, πριν από οιαδήποτε μεταφυσική ή ιδεολογική ή φιλοσοφική ή αισθητική διαφοροποίηση. Αυτό το ΠΡΙΝ θεμελιώνει, αποδεικτικά θα έλεγα, την εμπράγματη ύπαρξη του φυσικού δικαίου και κατά συνέπεια τη δικαιοσύνη που θα πρέπει να απορρέει εξ αυτού. Πολλά έχω να καταθέσω σχετικά μ’ αυτό, όμως ο χώρος σ’ ένα ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό είναι, όπως και να το κάνουμε, πάντοτε περιορισμένος. Για περισσότερα επ’ αυτού ας ανατρέξει ο φιλαναγνώστης στο προαναφερθέν κείμενο του Μιχαήλ Πάγκαλου, (βλ. αν. σημ. 2).

[4] Για να μιλήσουμε με όρους φυσικής : μπορεί να μάς ενδιαφέρει τα μέγιστα και να μάς προκαλεί δημιουργικά και ερμηνευτικά (μεταφυσικά) ο σωματιδιακός μικρόκοσμος, σε βαθμό που να μας καταπλήσσει και να αλλάζει την κοσμοθέασή μας με τη διάφορη λειτουργία-φύση του σε σχέση με το ευκλείδειο μοντέλο των αισθήσεών μας, ωστόσο όχι μόνο παραμένουμε (οντολογικά/μεταφυσικά…) δέσμιοι τού μακρόκοσμου των χοντροκομμένων αισθήσεών μας, αλλά και επιμένουμε να θέτουμε αυτόν ως βάση τής επικοινωνίας μας και των μεταφυσικών μας. Με αυτόν, ως αρχή τής διαπροσωπικής και διυποκειμενικής επικοινωνίας, δεν είναι δυνατόν να αναφύεται κανείς φονταμενταλισμός, καθώς οι απρόσωπες και κοινές σταθερές του είναι αδιαφοροποίητες και ίδιες προς όλους. Αν και το κοσμικό μοντέλο αλλάζει (ερμηνευτικά) βάσει των εκπληκτικών δεδομένων τού μικρόκοσμου, όμως αυτό δεν έχει τίποτε να κάνει με τους όρους επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπινων υποκειμένων, που παραμένουν σταθερά αμετακίνητα στους «ευκλείδειους όρους» συναναστροφής και επικοινωνίας.

[5] Βλ. ΚΛΙΜΑΞ ΛΟΓΟΣ 1, 1-2. Επίσης Αγ. Γρηγ. Θεολόγου, Migne PG 35 : «ἐκ Θεο τε ρχεσθαι, καὶ εἰς Θεὸν ἀναπαύεσθαι.»

[6] Βλ. Ιω. 1,18  5,37  Α΄ Ιω. 4,12 αντιστοίχως.

[7] Χαρακτηριστική η στάση τού Μπρεχτ : «Ευλογημένη να ’ναι η αμφιβολία ! Σας συμβουλεύω να τιμάτε / χαρούμενα και προσεχτικά εκείνον / που το λόγο σας ξετάζει σαν κάλπικη μονέδα ! … Α, όμορφο που ’ναι το κούνημα τού κεφαλιού / για τις «ατράνταχτες» αλήθειες !  …Να οι αστόχαστοι που ποτέ δεν αμφιβάλλουν./ Η χώνεψή τους είναι άψογη, κι η κρίση τους αλάθευτη./ Δεν πιστεύουν στα γεγονότα, πιστεύουν μόνο στον εαυτό τους./ Αν χρειαστεί / πρέπει α υ τ ο ύ ς τα γεγονότα να πιστέψουν. …Αν παινεύεις την αμφιβολία/ μην παινέψεις / την αμφιβολία που καταντάει απελπισία ! …Εσύ, που είσαι αρχηγός, μην ξεχνάς / πως έγινες ό,τι είσαι, επειδή είχες αμφιβάλλει γι’ άλλους αρχηγούς ! / Άσε λοιπόν αυτούς που οδηγείς / ν’ αμφιβάλλουνε κι εκείνοι !», βλ. Μπέρτολτ Μπρεχτ, Ποιήματα, Εγκώμιο στην αμφιβολία, σελ. 59-62 μετ. Μ. Πλωρίτη, εκδ. Θεμέλιο, 51983. Νομίζω πως στην ακτινογραφία αυτή πάνω στον ψυχισμό τού χ πιστού φαίνεται έκτυπα η φονταμενταλιστική ψυχολογία με τους εγωτικούς της αυτισμούς, που οδηγούν προγραμματικά στις ποικίλες απαγορεύσεις και αποσυναγωγήσεις μορφών ζωής. Αυτός που δεν αμφιβάλλει, ουσιαστικά υποστηρίζει μιαν ανθρώπινη υποστροφή. Και μάλιστα αφύσικη. Κι αυτή η υποστροφή είναι η επιστροφή στην προ-λογική κατάσταση τού υποκειμένου, την οποία θέλει να μεταβιβάσει πάση θυσία στο …Υπερεγώ ! Δεν επεκτείνομαι σ’ αυτό. Το πλέον όμως σημαντικό θα ήταν να αναρωτηθούμε όλοι οι «πιστοί» μιας χ ομολογίας ποια ποτέ αλήθεια (ακόμη και η χ θρησκευτική…) στάθηκε ασάλευτη στον κόσμο… Αυτό θα βοηθούσε τα μέγιστα στη χαλιναγώγηση των φονταμενταλιστικών μας ροπών. Επειδή, ολότελα ΛΟΓΙΚΑ, ακόμη και στον χώρο τής Πίστεως, στον πλέον αρραγή χώρο μιας χ μεταφυσικής δηλαδή, δηλώνεται ότι : «ως απέχει ο ουρανός από της γης, ούτως απέχει η οδός μου από των οδών υμών και τα διανοήματα υμών από τής διανοίας μου», (βλ. Ησ. 55,9 ). Όμως, αυτή η δήλωση δεν μπορεί να γίνει ΠΟΤΕ δεκτή από τη φονταμενταλιστική ψυχοπαθολογία, η οποία αντι-διαδηλώνει (πάντοτε θεμελιωδώς άπιστη και πολυτρόπως άπιστη…) στεντόρεια την απόλυτη γνώση (!) και κατοχή (!) τής χ «αλήθειας», σε ένα κρεσέντο σφαγιασμού και του ελάχιστου υπολείμματος λογικής στον άνθρωπο.

[8] Βλ. Πραξ. 17,28

[9] Βλ. Α΄ Ιω. 4, 20 «εάν τις είπη ότι αγαπώ τον Θεόν, και τον αδελφόν αυτού μισή, ψεύστης εστίν’ ο γαρ μη αγαπών τον αδελφόν ον εώρακε τον Θεόν ον ουχ εώρακε πώς δύναται αγαπάν;» (οι παχυγραφίες δικές μου), με προφανέστατη τη σημασία εδώ τού ρήματος ΟΡΩ, δηλαδή κινούμαι εντός τής ΚΟΙΝΗΣ εγκόσμιας αισθησιοκρατικής μας συνθήκης κατά ΠΡΩΤΟ ΛΟΓΟ.

[10] Βλ. Ματθ. 10,19

[11] Βλ. Ματθ. 10,39 16,25 Μαρκ. 8,35  Λουκ. 9,24 17,33  Ιω. 12,25 σε μιαν εκπληκτική και όχι συνηθισμένη, ως βλέπουμε, συμφωνία συνοπτικών και Ιωάννη !… Το ίδιο ουσιαστικά επιζητεί, επόμενος ασυνείδητα τής ευαγγελικής προτροπής και οδοποιίας, και ο Α. Ρεμπώ στη λεγόμενη επιστολή τού Αλχημιστή (Charleville, 15 mai 1871 à A. P. Demeny), όπου αναφέρει : «je est un autre» και αποπειράται έναν αποσυντονισμό του (θετικιστικού) υποκειμένου μέσω μιας «dérèglement de tous les sens». Κι αυτό συνιστά ένα «Ineffable torture où il a besoin de toute la foi, de toute la force surhumaine, où il devient entre tous le grand malade, le grand criminel, le grand maudit, – et le suprême Savant ! – Car il arrive à l’inconnu ! – …et quand, affolé, il finirait par perdre l’intelligence de ses visions, il les a vues !», όπου η απώλεια (perdre) και η οδύνη αποτελούν προϋποθέσεις εύρεσης τής «ψυχής». Στη επιστολή του πάλι  προς τον Georges Izambard (Charleville, [13] mai 1871), αναφέρει το χαρακτηριστικό «C’est faux de dire : je pense : on devrait dire : On me pense.», που αργότερα θα αποτελέσει και λακανική θεωρία. Φυσικά, όλα αυτά έρχονται σε ευθεία αντίθεση προς το ψυχοπαθολογικό φονταμενταλιστικό υποκείμενο, το οποίο κρατά σφιχτότατα το Εγώ του μέχρι ασφυξίας και (υπαρξιακού) πνιγμού. Η κίνηση «απώλειας της ψυχής» από το Εγώ αντιβαίνει δριμύτατα στη διαμόρφωση φονταμενταλιστικού ψυχισμού, ο οποίος δεν ανέχεται ούτε καν τη σκέψη τής μη κατοχής κάτινος (του Εγώ συμπεριλαμβανομένου…, καθότι ο φονταμενταλιστής είναι ριζικά κτητικό ον) και αυτοκατοχύρωσης. Οφείλω, παράλληλα, να προσθέσω ότι το χριστιανικό παράδειγμα λαμβάνεται απλά εδώ ως ΟΥΔΕΤΕΡΗ πρόταση για το ζην, και δεν υπάρχει κάποια μεροληπτική ομολογιακή αναφορά του γράφοντος σ’ αυτό, όπως εύκολα θα παρασυρόταν και θα παρεξηγούσε κάποιος. Και αυτή, αλλά και οι δύο επόμενες αγιογραφικές παραπομπές που ακολουθούν, λειτουργούν ως επιμαρτύρηση μιας αντίληψης περί του ζην, που στοιχειοθετεί η μελέτη μας αυτή. Ωστόσο, το ότι αυτό καταθέτει συγκεκριμένα η χριστιανική μαρτυρία δεν μπορεί παρά να αποτελεί δικό της και μόνο προτασιακό κεκτημένο, το οποίο αφήνεται στην κρίση τού βιούντος να το αξιολογήσει…

[12] Βλ. Ματθ. 10,9-10  Λουκ. 10,4

[13] Βλ. ενθ. αν. Ρεμπώ και ελληνική έκδοση ορισμένων επιστολών : Ρεμπώ, σελ. 46-52, μετ. Γ. Σπανός, εκδ. Πλέθρον, 1984

[14] Βλ. ενδεικτικά Ματθ. 20,16 22,14 24,10 και κυρίως 24,12. Η έννοια τού πλήθους ή της μάζας διαπερνά τα ευαγγέλια. Στον αντίποδα αυτής τής έννοιας κείνται οι ολίγοι, οι εκλεκτοί, οι μειοψηφίες, κάτι που και η ελληνική ποίηση, σε μια από τις πιο κοντινές μας, χρονολογικά, δηλώσεις της φαίνεται να συνυπογράφει : «Όπου ανθεί ο μέσος όρος παύω να υπάρχω. Μου είναι αδύνατον να ευδοκιμήσω μέσα στην μάζα τής εκάστοτε πλειοψηφίας. Οι ωραίες μειοψηφίες είναι το κάτι άλλο. Ή τις κάνω σμαράγδι να φωτίζουν την νύχτα μου, ή τις τρώω με σοκολάτα και σαντιγύ. Γι΄ αυτό και καμιά ολιγαρχία που εκτιμώ δεν έρχεται στα πράγματα. Όμως γι΄ αυτό ακριβώς την επιλέγω. Για να μην έρχομαι ποτέ στα πράγματα”» βλ. Οδ. Ελύτης, Ο κήπος με τις αυταπάτες, σελ. 27, εκδ. Υψιλον, 1995. Επαναλαμβάνω ότι η αγιογραφική αναφορά που κάνω έχει το νόημα τής κρηπίδωσης, και σε έτερη μαρτυρία, της αντίληψης που εδώ εκφράζω.

[15] Βλ. Μαρκ. 9,24

[16] Η αυγουστίνεια παράδοση, τριχοτομώντας τη libido, επισημαίνει, πολύ πριν από τον Φρόυντ, την ύπαρξη τής libido dominandi (τής ενόρμησης κατακυρίευσης/κατεξουσίασης). Φυσικά, ως είθισται στον αυγουστινισμό, η libido αυτή αποκτά μονιστική/μανιχαϊκή (αρνητική) σήμανση και αντιμετωπίζεται μονολιθικά, αφού κάθε libido σε τελική ανάλυση είναι μια φίλαυτη libido. Οπωσδήποτε η παθογενής εκτροπή της είναι μια δεδομένη κατάσταση, όμως, εν όψει τής αέναης σχοινοβασίας για την φύλαξη των κοσμικών κήπων, η αρνητική αντιμετώπισή της συνιστά προβληματική θέαση. Αν η ενόρμηση κατακυρίευσης αφορά στην επαρκή αντιμετώπιση κι εξουδετέρωση αλλοτριωτικών συμπεριφορών (φονταμενταλιστικοί μονισμοί, αποκλεισμοί πτυχών ζωής, κατεξουσίαση, επιβολή, κλπ) έναντι τής άχρωμης και κοινής κοσμικής συνθήκης (της ευκαιρίας μας, δηλαδή, να ζήσουμε, …δικαιωματικά, τη Δημιουργία ως τέτοια), τότε είναι αγαθή αφ εαυτού. Ιδού μια θεμελιώδης αγιογραφική επ’ αυτού επιμαρτύρηση, που κάνει χρήση, μάλιστα, και της ίδιας αυτής λέξης : «[…] άρχεσθε […] κατακυριεύσατε […]», βλ. Γεν 1, 26-28 και 9,1 και 9,7. Όσον αφορά στην, έστω και αμφίσημη, έννοια της (αντιφονταμενταλιστικής) φύλαξης της εγκόσμιας συνθήκης μας βλ. Ψαλμ. 9,26 109,2.

[17] Η υμνολογία τής Εκκλησίας συνεχίζει απαραχάρακτη την ευαγγελική παράδοση τού «Πώποτε» δηλώνοντας απερίφραστα : «Θεν νθρώποις δεν δύνατον, ὃν οὐ τολμᾷ ἀγγέλων ἀτενίσαι τὰ τάγματα· δι σο δέ, πάναγνε, ὡράθη βροτοῖς Λόγος σεσαρκωμένος· ὃν μεγαλύνοντες σὺν ταῖς οὐρανίαις στρατιαῖς σε μακαρίζομεν.» (Κυριακή της Τυρινής, Καταβασία Θ΄ωδής τού κανόνα), οι παχυγραφίες δικές μου. Από τη μια το αδύνατον δηλώνεται απρόσβλητο και αρραγές και από την άλλη κηρύσσεται η μόνη δυνατή οδός οικειώσεως τού θείου, την οποία θα σχολιάσουμε λίγο παρακάτω : η διαμεσολάβηση (εδώ δια τής Θεοτόκου).

[18] Ουδέποτε, και για πλείστους λόγους, υπήρχε η περίπτωση να συγκατατεθεί π.χ. ο Χριστός στην προτροπή των Φαρισαίων και τού όχλου να κατεβεί από το Σταυρό αποσβολώνοντάς τους και δουλοποιώντας τους στο διηνεκές, κατά την επιτυχή παρατήρηση τού Ντοστογιέφσκι περί ορμεμφύτου θωράκισης τού Εγώ δια τού θαύματος, σε μια προσπάθεια να αυτοδουλοποιηθεί ο άνθρωπος παρακάμποντας τον επώδυνο και τραγικό πάντα σκόπελο τής απεριόριστης ελευθερίας του, στην οποία νιώθει άφευκτα καταδικασμένος. Αναφορικά μ’ αυτό, είναι εύστοχη η παρατήρηση τού Reuth σχετικά με τα «σημεία» και τα «θαύματα» που «βλέπει» ο Γκαίμπελς (και όχι μόνον, καθώς η «όραση» αυτή συνιστά σύνηθες φονταμενταλιστικό ψυχοπαθολογικό σύμπτωμα…) στον Μεσσία-Χίτλερ : «Ihn, und nicht Christus, brachte Goebbels mit “Wundern” und “Zeichen” in Verbindung, wenn er …beobachtete, daß in dem Augenblick, als der “Führer” ans Rednerpult trat, die Sonne durch die Wolken brach.», βλ. Ralf Georg Reuth, “Goebbels”, (Neuausgabe) σελ. 385, Piper Verlag, 2012. Χαρακτηριστική, σε σχέση με όλα αυτά, η αναφορά τού Σπέερ στην υποδοχή από τον Χίτλερ τής είδησης του θανάτου τού Ρούζβελτ : «…όρμησε καταπάνω με μια ζωντάνια σπάνια για εκείνο τον καιρό. Κρατούσε ένα απόκομμα εφημερίδας. «Ιδού, διάβασε ! Ιδού ! Ιδού το θαύμα που πάντα προέβλεπα.»…Ο Χίτλερ είπε στον Σπέερ πως αυτό ήταν απόδειξη ότι η Θεία Πρόνοια τον προστάτευε.», βλ. Timothy W. Ryback, Η βιβλιοθήκη τού Χίτλερ, σελ. 353, μετ. Αλεξάνδρα Κονταξάκη, εκδ. Πατάκη, 2011. Η σημειοφορία (καταιγιστικές οι αναφορές της στα ευαγγελικά κείμενα) με την οποία επιζητούμε να μάς κατακλύσει ένας χ αποκαλυπτικός σημειοφόρος, ώστε να αποφύγουμε όσο το δυνατόν την προσωπική διακινδύνευση εν τη πίστει (!…), αποτελεί μόνιμο αίτημα (φονταμενταλιστικής νοοτροπίας και προοπτικής ;…) από τη μεριά των πιστών. Ωστόσο, καλό θα ήταν να υπενθυμίσουμε την αντίρροπη σ’ αυτό παρακαταθήκη τής χριστιανικής Αποκάλυψης, η οποία αντιστρατεύεται εκ προοιμίου τη (φονταμενταλιστική πάντα) σημειολαγνεία (= υπεραναπλήρωση τού αισθήματος ανασφάλειας και μειονεξίας) : «γενεά πονηρά και μοιχαλίς σημείον επιζητεί, και σημείον ου δοθήσεται αυτή ειμή το σημείον Ιωνά τού προφήτου» (βλ. Ματθ. 12,39 16,1 16,3-4 Λουκ. 11,29 κλπ), αλλά και τις επικριτικές αναφορές των ευαγγελιστών στις αξιόμεμπτες εκκλήσεις των Φαρισαίων και των παραπορευομένων στον Γολγοθά να κατεβεί ο Μεσσίας από του Σταυρού, εν είδει φακιρικού και ζογλερικού τρικ, ώστε να διαπιστωθεί η εγκυρότητά Του και η αλήθεια Του (βλ. Ματθ. 27,40 κ.ε. Μαρκ.15,29 κ.ε. Ιδού και η διασωστική του ανθρωπίνου προσώπου και της ανθρώπινης ελευθερίας (προς υπαρκτικό καταρτισμόν) πολιτεία του Θεού : «εις σημείον αντιλεγόμενον», βλ. Λουκ. 2,34).

[19] Βλ. Ηρακλείτου απόσπασμα 8 «Φύσις κρύπτεσθαι φιλεί», στην έκδοση του Ευαγγ. Ρούσσου, Ηράκλειτος, σελ.2, εκδ. Παπαδήμα, 1987. Χρησιμοποιώ, παραπεμπτικά, αυτή την έκδοση ως την πιο προσιτή για το ευρύ αναγνωστικό κοινό, το οποίο θα επιζητούσε πρόσβαση στο έργο του Εφεσίου.

[20] Βλ. π.χ. Γιάννη Ρίτσου «Οκτώβρης 1940» :  Μια μέρα θα νικήσει ο άνθρωπος. Μια μέρα η λευτεριά θα νικήσει τον πόλεμο. Μια μέρα θα νικήσουμε για πάντα. (οι πλαγιογραφήσεις δικές μου).

[21] Η Elisabeth Roudinesco, σχολιάζοντας τον Kojeve και την ανάγνωσή του των Μαρξ και Χάϊντεγκερ με φόντο τον Χέγκελ, αναφέρει χαρακτηριστικά πως ο ιστορικός άνθρωπος, και επιμένω στο επίθετο αυτό καθώς αρμόζει και αφορά άριστα στη μελέτη μας, μπορεί να ορισθεί, κατά Kojeve πάντα, «ως υποκείμενο μιας επιθυμίας, που η ίδια της η φύση την καταδίκαζε να μένει ανικανοποίητη.» (η πλαγιογράφηση δική μου). Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ δεν είναι η «φύση» τής επιθυμίας, αλλά ο χώρος πραγματοποίησης και ικανοποίησής της : το ενθάδε. Η ιστορικότητα (= ενθαδικότητα) τού ιστορικού ανθρώπου. Η κοσμική μας συνθήκη δεν ευνοεί ικανοποιήσεις επιθυμιών που έχουν χαρακτήρα απόλυτο. Η  νομιμότητα και μάλιστα η φυσικότητα μιας τέτοιας επιθυμίας είναι απολύτως λογική, τόσο λογική, όμως, όσο παρα-νοϊκή (παρα-λογική…) είναι η «θέση» πως μπορεί να υπάρξει απόλυτη ικανοποίηση εν κόσμω ενός αιτήματος/επιθυμίας που αφορά στο Υπερβατικό, στο εξώκοσμο, σ’ εκείνο το Id που δεν εμπίπτει, οντολογικώς, στους ενθαδικούς, ενδόκοσμους, νόμους ! Βλ. Elisabeth Roudinesco, Ζακ Λακάν, σελ. 178-179, εκδ. Ίνδικτος, 2007

[22] Το φονταμενταλιστικό υποκείμενο λειτουργεί με τα «γκάζια» της αυταπάτης, της ψευδαίσθησης και της φαντασίας. Λειτουργεί υπό τον ψυχικό (ψυχωτικό) ορίζοντα του Ωσεί. Ενεργεί μια (φονταμενταλιστική) πράξη (καθότι ΚΑΘΕ επιθυμία πληρούται, μα και γίνεται αντιληπτή η εκπλήρωσή της, από αυτό τούτο το πράττειν και απολαμβάνειν αυτήν…) Ωσεί να είχε συμβεί η όραση του αντικειμένου λατρείας από τον ίδιο και η πράξη καθεαυτή είναι ΣΑΝ να δηλώνει πως αυτή η όραση ήταν, είναι και θα είναι μια… «ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ». Η φονταμενταλιστική πράξη αποτελεί μια φαντασίωση εκπλήρωσης της επιθυμίας του φονταμενταλιστικού υποκειμένου για κατοχή/όραση του αντικειμένου λατρείας του και μια φαντασιακή πληρότητα. Το (φονταμενταλιστικό) πράττειν παραπέμπει ευθέως στην φαντασιακή πληρότητα του φονταμενταλιστικού υποκειμένου και στην φαντασιακή ιδιοποίηση, από το ίδιο, του Είναι, της αλήθειας της ζωής, του Νοήματος της Ύπαρξης. Όσο (φονταμενταλιστικά) πράττει τόσο επιβεβαιώνει την «πραγματικότητα» αυτής της φαντασίας και τόσο αυτοεπιβεβαιώνεται. Πρέπει να πεισθώ, δια της (φονταμενταλιστικής=…ΑΠΟΛΥΤΗΣ) ενέργειάς μου και δια του ιδίου μου πράττειν ότι ΕΛΑΒΑ και βίωσα την επιθυμία μου να δω (να έχω, να κατέχω) ΟΛΟ το αντικείμενο της λατρείας μου. Ευκολότατο είναι, βάσει αυτού, να αιτιολογηθεί το νηπιώδες του φρονήματος και της λογικής (αλλά του ψυχισμού…) που κοινότοπα συναντάμε στους φονταμενταλιστές. Η (παντοειδής) ωριμότητα είναι απολύτως ξένος τόπος γι αυτούς και η απώθησή της, με κάθε «ιερό» μέσο, δεδομένη και εξασφαλισμένη, λόγων των πολλών (ιδεολογικών και «μεταφυσικών») ναρκωτικών και παραισθησιογόνων.

[23] Βλ. Plato. Platonis Opera, ΦΑΙΔΡΟΣ 238α ed. John Burnet. Oxford University Press. 1903.

[24] Βλ. Α΄ Κορ. 13,9 και 13, 10

[25] Βλ. Ματθ. 19,30  20,16 Μαρκ. 10,31 Λουκ. 13,30

[26] Βλ. Α΄ Ιω. 4,18

[27] Βλ. Βήμα Donna, τευχ. 152, Gabriel Garcia Marquez, σελ. 60, 2015. Σχετικά δε με την αναμονή που παραπάνω αναφέρουμε, θέλω να παραθέσω, από το ίδιο κείμενο, την ακόλουθη φράση του Μάρκες : «Ο έρωτας μπορεί να ξεκινήσει με μία μόνο ματιά και να περιμένει υπομονετικά μισό αιώνα σε πείσμα των συγκυριών.». Κατά τούτο, όπως και σε πολλά σημεία της πραγματείας μας υπεμφαίνουμε, θα μπορούσε καίρια να ερωτήσει κανείς : είναι αληθώς ερωτευμένο υποκείμενο το φονταμενταλιστικό υποκείμενο ; Κι ακόμη : μπορεί ο έρωτας να βλαστήσει και να θάλλει σε φονταμενταλιστικό έδαφος και κήπο ; Δεν αλληλοαποκλείονται τα δύο αυτά a priori ;

[28] Βλ. Ιω. 10,10

[29] Βλ. Ιω. 10,10 όπου ο Ιησούς αποκαλύπτει ότι «στόχος» της Ενσαρκώσεως («εγώ ήλθον») ήταν «ίνα ζωήν έχωσι» και μάλιστα «περισσόν έχωσιν».

[30] Βλ. Πραξ. 17,28 όπου : «του γαρ και γένος εσμέν».

[31] Βλ. Πραξ. 17,28

[32] Βλ. Χάνα Άρεντ, Περί βίας, εισαγ. μεταφρ. Βάνα Νικολαϊδου, σελ. 99, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2οοο.

[33] Βλ. Νικόλας Άσιμος, Αγαπάω κι αδιαφορώ, https://youtu.be/p9SdYBII9mw (προσπελάστηκε 3-5-2015) και ειδικά, για το θέμα μας, τους πρώτους 2 στίχους : Αγαπάω και αδιαφορώ / και κρατάω τον κατάλληλο χορό…

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Back to Top