Fractal

Διήγημα Fractal: «Παραμονή Χριστούγεννα»

Της Κωνσταντίας Σωτηρίου // *

 

 

dihghma

 

Ο αστυφύλακας έσπρωξε τον άντρα στο κελί λίγο δυνατότερα από όσο χρειαζόταν και του είπε να καθίσει ήσυχος για να δουν πως θα χειριστούν την περίπτωση του. Ο άντρας έμεινε ακίνητος μπροστά από την σιδερένια πόρτα του κελιού, σφίγγοντας με δύναμη τα κάγκελα μέχρι που τα δάχτυλα του άσπρισαν. «Δεν έκανα τίποτε κακό», φώναξε και ύστερα πιο σιγανά «είναι παραμονή Χριστούγεννα». Αλλά ο αστυφύλακας είχε ήδη φύγει χτυπώντας αχρείαστα με δύναμη την ξύλινη πόρτα. Ο Αντρέας, επειδή έτσι τον έλεγαν, έμεινε για ώρα ακουμπισμένος στο κρύο κάγκελο της πόρτας έχοντας τα μάτια του κλειστά. Ήταν ένας ψηλός ρωμαλέος άντρας, γύρω στα εξήντα, με σκούρα κοντοκουρεμένα μαλλιά, και τραχύ πρόσωπο με αδρά χαρακτηριστικά και παχιά μαύρα φρύδια που τον έκαναν πάντα να φαίνεται κάπως βλοσυρός. Στην πρώτη ματιά σε ξεγελούσε νομίζοντας πως ήταν κάπως παχύς, στην πραγματικότητα όμως ήταν γεροδεμένος και δυνατός, με σώμα αγρότη και γερά μπράτσα που μπορούσαν στα νιάτα του να σηκώσουν τις φιλενάδες του ψηλά και να τις ρίξουν με δύναμη στο κρεβάτι. «Δεν είναι ότι είμαι βίαιος», έλεγε πάντα στα ξαφνιασμένα κορίτσια, «είναι κάτι που συνήθιζα να παίζω μικρός με τις αδελφές μου στο σπίτι». Κι αυτές χαχάνιζαν και τον άφηναν φωνάζοντας τους να τις ρίξει έτσι ψηλά στο κρεβάτι ξανά και ξανά. Η μόνη που δεν του είχε ζητήσει ποτέ να την ξαναρίξει ήταν η Σάρα, μόνο η Σάρα. Τον είχε ρωτήσει μόνο πόσες. «Τι πόσες;». Πόσες αδελφές είχες μπουμπούνα, του είπε, και μετά είχε ανάψει τσιγάρο κοιτάζοντας τον με εκείνο το κοροϊδευτικό και έξυπνο βλέμμα της. Αλλά ύστερα από λίγο μαλάκωσε, σηκώθηκε από το κρεβάτι και τον αγκάλιασε. «Έλα εδώ του είπε», μπουμπούνα. Η Σάρα ήταν η μόνη από όλες του τις φίλες που είχε κάτι που τον συγκινούσε. Όχι δηλαδή μόνο ερωτικά, ήταν ένα νόστιμο ξανθό κορίτσι, με όμορφο σώμα και τσαχπίνικο μουτράκι, αλλά κάπως αλλιώτικα, σαν την αδελφή του. Επειδή τελικά είχε μόνο μία. «Και γιατί λες τότε ότι είχε πολλές;» μπουμπούνα.

Ο Αντρέας την άφηνε να του κάνει όλες αυτές τις ερωτήσεις και να τον πειράζει. Την άφηνε να ανακατεύεται στην ζωή του και να του κάνει ερωτήσεις, έτσι όπως τις άρεσε να ανακατεύει τα συρτάρια και τις ντουλάπες που είχε στο σπίτι του, να ανοίγει και να κλίνει τα ντουλαπάκια, να ψαχουλεύει τα ρούχα του και να χαϊδεύει τα παλτά του στην ντουλάπα. «Τι τα θέλεις τόσα ρούχα;», τον ρωτούσε, τι θέλεις τόσα παλτά; Ο Αντρέας την άφηνε να ανακατεύει τα ρούχα του και δεν της μιλούσε. Αλλά κάπως γνώριζε ότι η Σάρα ήξερε. «Κάποτε θα πρέπει να το ξεπεράσεις», του έλεγε, «πως όταν ήσουν παιδί κρύωνες και τώρα έχει δεκάδες αφόρητα παλτά στην ντουλάπα». Ο Αντρέας γελούσε και της έπιανε το χέρι, έλα φτάνει και την έβγαζε βόλτα στην πόλη να περπατήσουν στις στολισμένες βιτρίνες που της άρεσε. Μόνο δώρα δεν τον άφηνε ποτέ να της πάρει. «Τι να κάνω καλέ τα βραχιόλια;», τον πείραζε. Ούτε καν ένα παλτό δεν τον άφηνε να της αγοράσει, που έδειχνε πως το είχε ανάγκη. «Εγώ δεν είμαι σαν εσένα», του έλεγε, δεν κρυώνω. Και ύστερα τον κοίταζε τσαχπίνικα. «Άλλωστε τι σε έχω εσένα εδώ; Να με αγκαλιάζεις!». Το μόνο που της άρεσε και δεχόταν να της αγοράσει ήταν μπαλόνια. Και του εξηγούσε πως αυτό ήταν το δικό της απωθημένο από μικρή. «Δεν ήταν ότι ο μπαμπάς δεν είχε τα λεφτά. Απλώς δεν μπορούσε να κατανοήσει την σημασία του να αγοράζεις μπαλόνια. Τα έλεγε λεφτά του αέρα. Και ήταν, είναι», του εξηγούσε, αλλά πάντα δεχόταν το πολύχρωμο μπουκέτο με τα μπαλόνια που της χάριζε. «Θα έφτανε μόνο ένα!», του έλεγε, και πάντα γελούσε. Το γέλιο της Σάρας του άρεσε, του άρεσε τόσο που το σκεφτόταν σοβαρά να περάσουν μαζί την ζωή τους. Να της αγοράζει χιλιάδες μπαλόνια. Ήταν ωστόσο εκείνη που το σταμάτησε.

Μια παραμονή Χριστούγεννα. Της είχε αγοράσει ένα τεράστιο μπουκέτο με όλα τα χρώματα, περισσότερα από όσα της είχε αγοράσει ποτέ. «Θα με σηκώσουν ψηλά στον αέρα», του είπε και χαμογέλασε. Ο Αντρέας είχε προσέξει πως δεν γελούσε και ότι δεν τον κοίταζε καν και σφίχτηκε στο παλτό του. Ξαφνικά κρύωνε. «Είναι παραμονή Χριστούγεννα», της είπε αλλά αυτή του έγνεψε όχι με το κεφάλι της. «Πρέπει να πάω πίσω στο χωριό μου του είπε», τέρμα τα μπαλόνια. Δεν προσπάθησε άλλο να την σταματήσει. Ούτε καν του εξήγησε. «Θα τα πάρω μαζί μου όμως του είπε», μέχρι να ξεφουσκώσουν θα ήταν πάντα μαζί. Δεν θυμάται και πολλά από τότε. Τον φίλησε στο μάγουλο και την άφησε να φύγει. Από τότε πέρασαν χρόνια και την θυμάμαι μόνο παραμονές Χριστούγεννα. Αγοράζει δεκάδες μπαλόνια και τα χαρίζει σε μικρά ξανθά κορίτσια με έξυπνο, τσαχπίνικο βλέμμα. Μέχρι σήμερα που η μαμά μιας μικρής του έβαλε τις φωνές και κάλεσε τον αστυφύλακα. Και δεν έφτανε αυτό. Η μικρή είχε ανοίξει κιόλας το χέρι της και το μπουκέτο τα μπαλόνια είχανε φύγει ψηλά στην νύχτα που γέμισε παράταιρα πλαστικά χρώματα που ξάφνιασαν τους περαστικούς, μέχρι που τα κατάπιε και αυτά το σκοτάδι.

 

 

 

 

* Η Κωνσταντία Σωτηρίου γεννήθηκε στην Λευκωσία το 1975. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου και εργάζεται ως Λειτουργός Τύπου στον Κλάδο Τουρκικών Θεμάτων του Γραφείου Τύπου και πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το βιβλίο της «Η Αϊσέ πάει διακοπές» (Πατάκης 2015) βραβεύτηκε με το Athens prize for literature.

 

 

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Back to Top