Fractal

Ταξιδιωτικές καταγραφές από το Σμαραγδένιο Νησί του Ινδικού

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη //

 

ta_1

 

Γιάννης Κατσίκης, «Εν Ταπροβάνη. Οδοιπορικό στην Σρι Λάνκα». Εκδόσεις ΑΩ. Ιούλιος 2010

 

Η ταξιδιωτική λογοτεχνία στην Ελλάδα για μεγάλο χρονικό διάστημα εθεωρείτο, με μια περίεργη, άγραφη, αλλά ωστόσο επικρατούσα άποψη,  δεύτερο ή έστω παράπλευρο και περιθωριακό είδος πεζογραφίας, μια εποχή όπου όλα τα άλλα είδη λογοτεχνίας ανθούσαν σταδιακά και σταθερά. Για πολλούς όμως εραστές της περιπέτειας, η αναπαράσταση κάποιων τόπων, πραγματικών ή φανταστικών, και συγκεκριμένων χρονικών περιόδων αποτέλεσε έργο σοβαρής προσπάθειας η οποία μας έδωσε αξιόλογους καρπούς. Βεβαίως όσο κι αν κάποιοι προσπάθησαν να απομονώσουν το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος, γρήγορα φάνηκε πως εκείνα τα κείμενα πέρα από όσα είχαν να κάνουν με το ταξίδι αυτό καθ’ εαυτό, ενέπλεκαν στον κορμό τους πολλά άλλα είδη λογοτεχνίας. Μέσα τους εμφιλοχωρούσαν σημαντικές γεωγραφικές και ιστορικές πληροφορίες ενός συγκεκριμένου τόπου, εκείνου που επισκέπτονταν, υπήρχε βύθιες εσωτερικές σκέψεις του γράφοντος που αφορούσαν τόπους, ανθρώπους  και γεγονότα,  ενώ παράλληλα εκφράζονταν μικρές αλήθειες με φιλοσοφικό περιεχόμενο  και ακόμα στοιχεία αυτοβιογραφικά του συγγραφέα, αφού η αφήγησή του αναφερόταν και σε άλλους ανθρώπους που βρίσκονταν μαζί του, στις περισσότερες των περιπτώσεων  επώνυμα, κι αλλού  να εννοείται.

Στη χώρα μας το είδος αυτό έχει βαθιές και παμπάλαιες ρίζες, χιλιετιών θα έλεγα.  Η σύγχρονη, όμως, ταξιδιωτική κειμενογραφία, ουσιαστικά αποτελεί σχετικά πρόσφατο είδος, και έχει μόνο ένα περίπου αιώνα ζωής.   Ως απαρχή της και ορόσημο, θα μπορούσαμε να θέσουμε τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, τότε που άρχισε να κάνει την εμφάνισή της η σειρά ‘Ταξιδεύοντας’ του μεγάλου μας στοχαστή, Νίκου Καζαντζάκη. Τα βιβλία εκείνα έθεσαν τα πράγματα στην κανονική τους διάσταση, και αποτέλεσαν όχι μόνο σημείο αναφοράς για τους μεταγενέστερους συγγραφείς, αλλά και ερέθισμα και προτροπή για συνέχιση. Κώστας Ουράνης, Πέτρος Χάρης και Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, είναι κάποιοι άλλοι αξιόλογοι συνεχιστές της προσπάθειας, μεταξύ πολλών άλλων. Τις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα και τις πρώτες του νέου εικοστού πρώτου, παρατηρήθηκε ολοένα και συχνότερη εμφάνιση τέτοιων κειμένων και εκδόσεων. Κάποια βρέθηκαν σε σελίδες έντυπων περιοδικών, κάποια άλλα είχαν την  τύχη να εισχωρήσουν σε σελίδες βιβλίων. Ορισμένοι συγγραφείς επιδόθηκαν σοβαρά στο έργο ταξιδιωτικής συγγραφής, άλλοι ενδιάμεσα από το  κυρίως έργο τους.

 

Κοπάδι ελεφάντων μέσα στο φυσικό χώρο του ορφανοτροφείου της Πιναβέλα.

Κοπάδι ελεφάντων μέσα στο φυσικό χώρο του ορφανοτροφείου της Πιναβέλα.

 

Προς το τέλος του εικοστού αιώνα, η ταξιδιωτική λογοτεχνία βοηθήθηκε τα μέγιστα από πολλές πλευρές. Ήταν η εποχή κατά την οποία άνθιζε αργά και σταθερά η οργάνωση ταξιδιών σε μακρινούς και άγνωστους προορισμούς. Οι πολλαπλές αεροπορικές πτήσεις και όλα όσα βιώσαμε και γνωρίζουμε συνετέλεσαν αποφασιστικά. Οι τουρίστες φυσικά έπρεπε να έχουν στη διάθεσή τους κείμενα κατατοπιστικά του προορισμού τους, με γεωγραφικές, ιστορικές και πολιτιστικές πινελιές. Έτσι γράφτηκαν ταξιδιωτικοί οδηγοί, κείμενα σε εφημερίδες και περιοδικά, τα οποία έδωσαν το έναυσμα για συγγραφή και έκδοση βιβλίων με αντικείμενο αποκλειστικά ταξιδιωτικό. Η έλευση του διαδικτύου, όπως ήταν φυσικό, εκτίναξε ψηλά την όλη προσπάθεια.

Αφορμή για όλα τα παραπάνω, ένα ταξιδιωτικό βιβλίο του Γιάννη Κατσίκη  για τη χώρα της Σρι Λάνκα, που εκδόθηκε τον Ιούλιο του 2010. Το συγκεκριμένο βιβλίο αποτέλεσε, απ’ όσα γνωρίζουμε,  και την πρώτη του προσπάθειά του στο συγκεκριμένο είδος λογοτεχνίας. Η επίσκεψη του συγγραφέα εκεί, οριοθετείται χρονικά στα τέλη του 1988. Ήταν μια εποχή δύσκολη για τη χώρα καθώς και τους επισκέπτες της. Στο Σμαραγδένιο ή Ευλογημένο Νησί του Ινδικού Ωκεανού, μαινόταν  ο φανερός αλλά και κρυφός εμφύλιος πόλεμος. Και για να το καταλάβει κάποιος μη γνώστης της περιοχής,  αρκεί να λάβει υπόψιν του την κουλτούρα και τη σύνθεση του πληθυσμού της χώρας.  Το   μεγαλύτερο ποσοστό των κατοίκων  είναι Σιναλέζοι με καταγωγή από τη μακρινή  Βόρεια Ινδία και βουδιστές, ενώ οι υπόλοιποι είναι Ταμίλ από τη Νότια Ινδία και ινδουιστές. Ο έμπειρος στις περιοχές ταξιδευτής, γνωρίζει καλά ότι η θρησκεία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή του νησιού, αλλά και της ευρύτερης περιοχής της Ασίας. Ο συγγραφέας, ακολουθεί χρονολογικά το οδοιπορικό του με όσες πληροφορίες συνέλεξε και όσες αναμνήσεις ήρθαν στο προσκήνιο την ώρα της συγγραφικής του προσπάθειας.

 

Τμήμα της λίμνης της πόλης Κάντυ.

Τμήμα της λίμνης της πόλης Κάντυ.

 

Από το 1983 ως το 2009, η συμπαθής χώρα ταλανιζόταν από ανεξέλεγκτη βία καθώς η μειονότητα των Ταμίλ διεκδικούσε την ανεξαρτησία της. Οι οργανωμένες δυνάμεις του κυβερνητικού στρατού συγκρούονταν, εδώ κι εκεί, με την ένοπλη ομάδα ανταρτών που αποκαλούνταν ‘Τίγρεις για την Απελευθέρωση του Ταμίλ Ιλάμ’ (Liberation Tigers of Tamil Eelam). Μετά από πολλές συγκρούσεις, το έτος 2009 σηματοδότησε το πέρας των εχθροπραξιών με τη νίκη του κυβερνητικού στρατού επί των ανταρτών Ταμίλ, βάζοντας τέλος σε ένα αγώνα άνευ ουσίας κάπου εικοσιπέντε ετών.

 

Μία γωνία ενός μισητού συγκροτήματος φυλακών, στο κέντρο σχεδόν της πόλεως Κάντυ. Σε λίγο θα κατεδαφιστεί και θα ανήκει οριστικά στην αδηφάγο ιστορία.

Μία γωνία ενός μισητού συγκροτήματος φυλακών, στο κέντρο σχεδόν της πόλεως Κάντυ. Σε λίγο θα κατεδαφιστεί και θα ανήκει οριστικά στην αδηφάγο ιστορία.

 

Ο συγγραφέας στο βιβλίο του παρέθεσε αρκετά ιστορικά στοιχεία της χώρας, τόσο μέσα στο κυρίως κείμενο, όσο και στο τέλος του βιβλίου για πληρέστερη και σφαιρικότερη ενημέρωση του αναγνώστη. Το μεγαλύτερο όμως στοιχείο του, είναι η λεπτομερής καταγραφή της κάθε μιας ημέρας που παρέμεινε στο καταπράσινο ετούτο νησί του Ινδικού. Κυρίως της καθημερινότητας, των τοπίων, των ανθρώπων και των συνηθειών τους. Δεν ξεχνάει τους πολλούς και συνεχόμενους κατακτητές του νησιού, και το πόσο επηρέασαν τους κατοίκους και τη χώρα ολόκληρη. ‘…Μαυριτανοί, Κινέζοι, Πορτογάλοι, Ολλανδοί, τέλος οι Εγγλέζοι. Πολυάριθμοι οι εισβολείς –κατακτητές, όλοι κάτι πήραν κι όλοι κάτι αφήσαν στον πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα του νησιού…’. Άφησαν αρχιτεκτονικές ιδέες, τείχη, κτίρια, νοοτροπίες, γλώσσες, συμπεριφορές, καθημερινότητα, πολιτισμό. Από την άλλη μεριά, όμως, υπάρχουν ακόμα στο θυμικό και το υποσυνείδητο των ανθρώπων, οι βίαιες καταστολές σε εξεγέρσεις όπως εκείνες του 1818 και του 1848.

 

Η συλλογή των μικρών φύλλων είναι κουραστική και απαιτητική διαδικασία σε σκληρές συνθήκες περιβάλλοντος και με μικρή οικονομική αποζημίωση για τις εργάτριες.

Η συλλογή των μικρών φύλλων είναι κουραστική και απαιτητική διαδικασία σε σκληρές συνθήκες περιβάλλοντος και με μικρή οικονομική αποζημίωση για τις εργάτριες.

 

Ο αναγνώστης παρασύρεται μέσα στις διακόσιες σελίδες του βιβλίου  ακολουθώντας τον συγγραφέα στην περιπλάνησή του στις αγορές των πόλεων, στις τροπικές ακρογιαλιές, στους βουδιστικούς ναούς, τα μνημεία, δίπλα στους φτωχούς και ζητιάνους, σε γόητες φιδιών και ειδικότερα της επιβλητικής κόμπρας, σε μεγάλες εκτάσεις με φυτείες τσαγιού, σε φρούρια και τείχη, σε χαλάσματα παλατιών, μεγαλοπρεπή κάποτε οικοδομήματα, σε πρώην βρετανικές αποικίες που φέρουν ακόμα έντονο το αποτύπωμα, στις ιερές πόλεις της Σρι Λάνκα, όπως εκείνες της Ανουρανταπούρα και της Πολονναρούα,   καθώς και στα άπειρες απεικονίσεις του παντοδύναμου εδώ, Βούδα. Αλλού με περισσότερες λεπτομέρειες, κι αλλού σύντομα και σχεδόν επιγραμματικά και με λιγοστά λόγια,  όπως στην πρωτεύουσα της χώρας, το Κολόμπο. Οι μεγαλόσωμοι ελέφαντες, οι μικροί πίθηκοι, και οι επικίνδυνες κόμπρες περιγράφονται και σχολιάζονται εκτεταμένα και αρκούντως εντυπωσιακά. Ο τρομακτικός βράχος της Σιγκιρίγια στη μέση της απέραντης ζούγκλας,  έδρα του πατροκτόνου και ανασφαλούς Κασυάπα, εντυπωσιάζει τον συγγραφέα όπως και τον οποιοδήποτε, άλλωστε, υπομονετικό και άφοβο επισκέπτη. Η ανάβασή του για όλους, επικίνδυνη, δραματική, αλλά που τελικά αποζημιώνει μοναδικά όποιον τολμήσει.

 

Εσωτερική γωνιά του ιερού χώρου του Οδόντος του Βούδα, στην Κάντυ.

Εσωτερική γωνιά του ιερού χώρου του Οδόντος του Βούδα, στην Κάντυ.

 

Τα υπόγεια πέντε σκοτεινά    μοναστήρια, στην πραγματικότητα μέσα και κάτω από τα προστατευτικά βράχια, της Νταμπούλλα, με τους αμέτρητους πιθήκους να πηγαινοέρχονται στα γύρω δέντρα, ένα από τα σπουδαιότερα αξιοθέατα της Σρι Λάνκα,  γεμάτα αγάλματα και πίνακες ζωγραφικής που σχετίζονται με τον Βούδα και τη ζωή του, με βασιλείς της Σρι Λάνκα και  αγάλματα άλλων,  ινδουιστών θεών και θεοτήτων, να καταλαμβάνουν έκταση κάπου 2000 τετραγωνικών μέτρων, δεν έμειναν εκτός της λεπτομερούς περιγραφής από τον συγγραφέα. Το ίδιο, θα μπορούσαμε άφοβα να ισχυριστούμε, ισχύει και για τη πόλη έλξη κάποτε των Βρετανών, το αγαπημένο τους θέρετρο, την απόμακρη και σχετικά σε παρακμή σήμερα, Νουβάρα Ελίγια. Την περιοχή με τις αμέτρητες βροχοπτώσεις, τις ατέλειωτες πλαγιές φυτεμένες με τσάι, και τον ανερχόμενο και τόσο απαραίτητο για την οικονομία,  τουρισμό. Στην ιερή πόλη Κάντυ, εντυπωσιάζεται από το ιερό ναό του Οδόντος του Βούδα, τη λίμνη και τα γύρω δέντρα, καθώς και από τις παραστάσεις με πολιτιστικά θέματα  της ευρύτερης περιοχής. Όλα περιγράφονται με λυρικό θα έλεγα τρόπο, που μαγνητίζει τον αναγνώστη. Δεν λείπουν οι αναφορές σε παλιότερους επισκέπτες του νησιού, οι οποίοι και μας άφησαν γραπτά τις εντυπώσεις τους, όπως τον Αλεξανδρινό Κοσμά τον Ινδικοπλεύστη, τον Άραβα περιηγητή και συγγραφέα Ιμπν Μπατούτα, καθώς και τον Μάρκο Πόλο. Όπως είπαμε στην αρχή του κειμένου, η συγγραφή τέτοιων κειμένων, αναγκαστικά αναδύει στην επιφάνεια τις βαθύτερες απόψεις του συγγραφέα σε κρίσιμα πολιτιστικά ζητήματα. Αναφέρομαι στην παρατήρηση τη συμπεριφοράς  που χωρίζει τους Έλληνες   από τους φτωχούς κατοίκους αυτής της χώρας, σε θέματα ‘σειράς’ και σεβασμού της προσωπικότητας του άλλου! Γράφει λοιπόν κάπου ο Γιάννης Κατσίκης, ‘… Χάος χωρίζει μια ουρά Ελλήνων, έστω σε εκκλησία,  απ’ την ουρά των Σιναλέζων στο Τέμενος των Οδόντων, χάος που αντικατοπτρίζει τη διαφορά χαρακτήρων. Τι είναι προτιμότερο; Τα σπρωξίματα, οι διαπληκτισμοί, τα νεύρα όσων περιμένουν ν’ ανάψουν κερί στο πανηγύρι του δικού μας ναού,  ή η παθητική υπομονή των Σιναλέζων; Ειλικρινά δεν γνωρίζω. Δεν είναι απλή αντίθεση ευγένειας-αγένειας, αλλά διαφορετική αντιμετώπιση της ζωής με αμέτρητες επιπτώσεις…’. Όποιος βεβαίως  έχει ταξιδέψει, ή έχει  ζήσει σε άλλα μέρη, το γνωρίζει καλά. Η έλλειψη στοιχειώδους κουλτούρας των περισσότερων νεοελλήνων, πάνω σε τέτοια θέματα, καλά κρατεί. Η απλή και μόνο θέα της κυριακάτικης επίσκεψης σε ελληνικό ορθόδοξο ναό, για παράδειγμα μεταξύ των πολλών άλλων, δικαιώνει τον Γιάννη Κατσίκη, και όχι μόνο.  Πλήρης απουσία στοιχειώδους έστω σεβασμού, που υπαινίσσεται συγκεκριμένα πράγματα που όπως είναι φυσικό ξεφεύγουν του παρόντος.  Και στην  προκείμενη  περίπτωση, δυστυχώς ούτε οι εκπρόσωποι της εκκλησίας να μπορούν να επιβάλλουν ή να εμφυσήσουν κάποιους απλούς κανόνες απέναντι στην ασυδοσία μερικών κατάπτυστων, από πάσης πλευράς,  ενεργειών.

 

Ευτυχισμένοι νεόνυμφοι σε αναμνηστική φωτογράφηση σε πάρκο της περιοχής τους.

Ευτυχισμένοι νεόνυμφοι σε αναμνηστική φωτογράφηση σε πάρκο της περιοχής τους.

 

Το βιβλίο, όμως, για να γυρίσουμε στα καθ’ ημάς, διαβάζεται ευχάριστα και μέσα σε μικρό σχετικά χρονικό διάστημα.  Ίσως ένα, όχι μειονέκτημα αλλά μικρό έλλειμμα, είναι η απουσία πολλών φωτογραφιών των περιοχών που επισκέφτηκε. Οι ασπρόμαυρες που κοσμούν το κείμενο, είναι κάπως αντιπροσωπευτικές, αλλά μάλλον όχι αρκετές για εκείνον που δεν επισκέφτηκε το νησί. Παρόλα αυτά,  κι’ έτσι είναι μια μεγάλη και σημαντική προσφορά του συγγραφέα στο αναγνωστικό κοινό που έλκεται από τέτοιας φύσεως κείμενα. Άλλωστε η επίσκεψη αυτού του τόπου, δεν ήταν κι ούτε είναι εύκολη, τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα.  Οι ναυτικοί μας, το ξέρουν καλύτερα.

‘Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο/δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια/Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια/και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε, με το πρώτο/ Πέρ’ απ” τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα/χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια/Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια/που σου “πανε μια κούφια ώρα στην Αθήνα…’’, έγραφε κάποτε ο Νίκος Καββαδίας, στο ‘Πούσι’ του.

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Back to Top