Fractal

Χιόνι πέφτει στην αυλή…

Γράφει ο Νίκος Τσούλιας // *

 

Vincent van Gogh's Backyards of old Houses in Antwerp in the Snow Painting

Vincent van Gogh, Antwerp, Belgium: December, 1885

 

 

     Η αναμονή του είναι μια από τις πιο ταπεινές αλλά και πιο όμορφες προσδοκίες του ανθρώπου. Μπορεί στα ακραία καιρικά φαινόμενα να υπάρχει πάντα μια σχετική ανησυχία για το τι μπορεί να προκληθεί, για επιπτώσεις και ζημιές, αλλά η επίσκεψή του είναι πάντα ευπρόσδεκτη και καλοδεχούμενη.

      Είναι άραγε ο καθολικός μετασχηματισμός της φύσης που αλλάζει το όλο σκηνικό της επαναλαμβανόμενης και διαρκώς μονότονης καθημερινότητας; Είναι μήπως η απόλυτη κυριαρχία του λευκού που παραπέμπει σε μια εικόνα αθωότητας της φύσης; Είναι η τόσο ξεχωριστή απαλότητα των νιφάδων και το παιχνίδισμά τους με τους νόμους της βαρύτητας που αίρουν το «ευθύγραμμο» της πτώσης όλων των άλλων μορφών του νερού; Μήπως όμως είναι ο άγνωστος και «φρακταλικός»  μικροσκοπικός κόσμος των κρυσταλλικών νιφάδων με την άπειρη ποικιλομορφία του που μας κάνει να ψυχανεμιζόμαστε και να τον προσλαμβάνουμε μόνο διαισθητικά επί του «φαντασιακού»;

      Μπορεί να είναι όλα αυτά… Αλλά δεν είναι κυρίως αυτές καθ’ εαυτές οι ξεχωριστές πινελιές της φύσης που προκαλούν το πανηγύρι των αισθήσεων και τη συναισθηματική μας έκσταση. Υπάρχει κάτι μέσα στην ψυχή μας που περιμένει και τελικά βρίσκει «αιτία και αφορμή» για να εκδηλωθεί. Ένα σκίρτημα αγνότητας επιζητεί την έκφρασή του και ξεσηκώνει την παιδικότητα κάθε ηλικίας για να ανατρέψει το «τετριμμένο» και το «προγραμματισμένο». Γιατί η αισθητική του χιονιού αφορά όλους τους ανθρώπους, αφού είναι μια πρόσληψη της πραγματικότητας που εξυφαίνεται με την αρχέγονη καταγωγή ολόκληρου του ανθρώπινου είδους. «Να το στρώσει», είναι το κοινό αίτημα, μικρών και μεγάλων, και κοιτάμε και ξανακοιτάμε με αγωνία τη μάχη των ολόλευκων πινελιών να ασπρίσουν το έδαφος και κάθε μορφολογία του. Ακόμα και η πιο άσχημη αστική γωνιά μεταμορφώνεται, γίνεται παροδική πεταλούδα, και αυτή τη μορφή τη βαστάμε σα φυλακτό ακόμα και όταν η πεταλούδα ξαναγίνεται κάμπια.

      Μια ψυχική έκσταση απελευθερώνεται από τα δεσμά της συμβατικότητας και καλεί κάθε άνθρωπο να στοχαστεί επί του «διαφορετικού». Οι σκέψεις μας και οι στοχασμοί μας, τα όνειρά μας και οι θύμησές μας μετασχηματίζονται και ανακαλύπτουν μα και επινοούν νέα πεδία αναφοράς, ταξιδεύουν μαζί μας με μεγαλύτερη θέρμη χωρίς να έχουν το συνηθισμένο περιθωριακό ρόλο τους. Η απόλυτη εστίαση του βλέμματός μας επ’ αυτού και η τόσο μοναδική αυτοσυγκέντρωσή μας ανοίγουν μονοπάτια και μονοπάτια για της ψυχής μας την έκσταση, για την πλήρη απορρόφηση του εαυτού μας, για την αγαλλίαση των συναισθημάτων μας. Ξέρουμε και κάτι πολύ ουσιώδες. «Την ομορφιά της φύσης τη συναντάει μόνο η ομορφιά της ψυχής», και είναι αυτή η συνάντηση που προκαλεί το δέος και το θαυμασμό, το ταξίδεμα και τη φαντασίωση.

      Υπάρχει η ανάγκη της ανατροπής. Να ακυρωθεί απρόσμενα και απρογραμμάτιστα η εργασία μας και οι δεσμεύσεις της, να αποκλειστούμε ακόμα και για κάποιες ημέρες στο σπίτι μας όχι για μια ερημική εσωστρέφεια αλλά για μια πολλαπλή ενδοσκόπηση ακόμα και για εκείνη τη μορφή του χαζέματος που δωρίζει τόσο απλόχερα συλλογισμούς που ποτέ άλλοτε δεν μπορούμε να γευθούμε. Υπάρχει η ανάγκη του βλέμματος να παίξει με το αλλόκοτο κυνηγητό των νιφάδων, που άλλοτε κινούνται μοναχικές παιχνιδίζοντας με τον πιο ασύντακτο τρόπο και άλλοτε – ανάλογα με τα φυσήματα του Αιόλου – ορμούν κατά σμήνη ως αποδηματικά πουλιά προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση προκαλώντας στροβιλισμούς και παροδικούς σχηματισμούς που μόνο οι ευαισθησίες της καρδιάς και η άρτια ενδιάθετη συνείδηση του ολοκληρωτικού δοσίματός μας στη συνεύρεση της φύσης και της ψυχής μπορούν να συλλάβουν.

      «Να δούμε μια άσπρη μέρα», είναι η πιο περίεργη ευχή, ευχή των συμβολισμών και του έντονου πόθου για το άνοιγμα των οριζόντων της γενικής αισιοδοξίας. Και μετράμε και ξαναμετράμε το ύψος του χιονιού ως μια επίδοση που μας αφορά για την όλη συνέχεια, για να μη χαθεί γρήγορα το κοινό όνειρο και η δυνατότητα συλλογικής φαντασίωσης γιατί επικοινωνούμε με διαφορετικό τρόπο μεταξύ μας όταν το χιόνι έχει αλλάξει τα πάντα χωρίς να τα καταστρέφει. Ακόμα και το πιο εκτεταμένο άπλωμα του χιονιού δεν περιλαμβάνεται στην έννοια της βαρυχειμωνιάς. Μπορεί να είναι της καρδιάς του χειμώνα απόλυτη έκφραση αλλά εμείς το μοιράζουμε και το κατατάσσουμε στα ανοίγματα του ουρανού της άνοιξης. Η φωτεινότητα του τοπίου, φωτεινότητα που δεν έρχεται από του ήλιου τα φανερώματα αλλά από το παιχνίδι της λευκότητας του ουρανού και του τοπίου δεν έχει μόνο μια ιδιαίτερη καταγωγή αλλά δημιουργεί και άλλες σημειολογίες, τις οποίες καλούμαστε να ανιχνεύσουμε.

     Το ίδιο το σπίτι μας αλλάζει. Ένα άγνωστο μαγικό ραβδί μεταπλάθει το εσωτερικό του και τα σχήματά του. Η εικόνα του χιονιού απλώνεται πολύ πέραν των φυσικών ορίων της. Αγγίζει και φουσκώνει τις ευαισθησίες μας, ξεσηκώνει τα όνειρά μας. Αλλάζει την ίδια την ύπαρξή μας, το φαντασιακό είδωλό μας.

 

 

* Ο Νίκος Τσούλιας είναι καθηγητής σε λύκειο. Έχει εκλεγεί πρόεδρος της ΟΛΜΕ τέσσερις φορές (1996 – 2003). Διδακτορικό στην Ειδική Αγωγή. Δύο βιβλία: “Σε πρώτο πρόσωπο” και «Παιδείας εγκώμιον».  Συνεργάστηκε με: «ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ» (1980 – 1986), «ΕΞΟΡΜΗΣΗ» (1988 – 1996) και “ΤΟ ΑΡΘΡΟ” (2010- σήμερα) καθώς και με αρκετά περιοδικά. (https://anthologio.wordpress.com/)

 

 

 

Ετικέτες:
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Back to Top