Fractal

Μια τραγικά μοναχική κι επικίνδυνη πορεία Με αίτημα τη σύνδεση, την κατανόηση και την αγάπη

Ψυχογραφική ανάλυση της Χαρίκλειας Μανουσάκη // * 

 

2aΗ δρ. Μαριανίκη Δορμπαράκη, στο βιβλίο της «Bernard-Marie Koltes. Φαλλός του Ήλιου: Ρομπέρτο Τσούκκο», ερμηνεύει με μεγάλη επιτυχία, τον εσωτερικό κόσμο του ήρωα του Koltes, ενός κατά συρροή δολοφόνου, που παραπαίει ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο με αίτημα την αγάπη. Ένα αίτημα… δίχως απάντηση.

Ο «Ρομπέρτο Τσούκκο» είναι ένα δυνατό έργο που διαρθρώνεται σε δεκαπέντε σκηνές. Η ιστορία του Γάλλου θεατρικού συγγραφέα Koltes, βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα: ένας εικοσιτετράχρονος νέος δραπετεύει από τη φυλακή, όπου βρίσκεται μετά τη δολοφονία του πατέρα του και πλανάται στη σύγχρονη κοινωνία κι οικογένεια η οποία παρουσιάζεται να μην έχει οίκτο ή ζεστά συναισθήματα, αλλά αποπνέει ανασφάλεια, κενότητα, το παράλογο και το αντιφατικό. Στην πορεία του αυτή, υιοθετεί τον ρόλο του «τιμωρού» και διαπράττει νέα εγκλήματα, χωρίς ξεκάθαρο κίνητρο.

Ο Koltes, προσπαθεί με σθένος να αποδώσει τις αντιφατικές πτυχές της ανθρώπινης σύνδεσης και της απόρριψης, του πάθους και του μίσους, της επιθυμίας και της μοναξιάς, της κυριολεξίας και της παραφροσύνης, της γοητείας και του τρόμου που γεννούν οι πράξεις του Τσούκκο, ακόμα και μετά τον θάνατο του.

Ακόμα κι αυτός ο θάνατος είναι υπερβατικός, ο ήρωας-δολοφόνος, κατά το τραγικό τέλος που ο ίδιος δίνει στον εαυτό του, λούζεται το φως του ήλιου. Γιατί το φως του ήλιου, είναι το μόνο που έχει τη δύναμη να φωτίσει τις «αλήθειες των ανθρώπων».

Η δρ. Δορμπαράκη, μελετά και παρουσιάζει, με έναν ιδιαίτερα οξυδεκρή τρόπο τις – χωρίς απαντήσεις – υπαρξιακές ανησυχίες του ήρωα, ενώ αποδίδει εξαιρετικά εύστοχα αρχετυπικές ερμηνείες στα προσωπικά, τα οικογενειακά και κοινωνικά σύμβολα του έργου.

Έχει την ικανότητα να ψυχογραφεί με θαυμάσια ενσυναίσθηση την ιδιότυπη αναζήτηση ανθρωπιάς του ήρωα, Ρομπέρτο Τσούκκο, την ανάγκη της παρουσίας και του βλέμματος του άλλου. Έχει την ικανότητα να αναλύει το σύστημα της οικογένειας του ήρωα-δράστη, αλλά και την οξυδέρκεια να αναγνωρίζει την υποβόσκουσα σεξουαλικότητα και το πάθος, ανάμεσα στον συγγραφέα και τον ήρωα του. Η δρ. Δορμπαράκη αντιλαμβάνεται τις λεπτές διαφορές ανάμεσα στη σκέψη και την έκφραση, κατανοεί τη λογοτεχνική χρησιμότητα της απαρχής όλων: της οδυνηρής μοναξιάς, το σημείο εκείνο όπου συγχωνεύονται η εμπειρία κι η φιλοσοφική δημιουργία και μελετά σε βάθος τον πυρήνα ευαισθησίας, που δεν είναι άλλος από το χάσμα μεταξύ της επιθυμίας και της αγάπης, του ανεξάντλητου ακριβώς επειδή παραμένει ανεκπλήρωτο.

«Ο ήρωας είναι ένας αντι-Οιδίποδας», μας εξηγεί η δρ. Δορμπαράκη. «Σκοτώνει συνειδητά τον πατέρα του και υπόσχεται ασυλία-φροντίδα στη μάνα την οποία επισκέπτεται μετά την απόδραση του. Στο φροϋδικό αυτό σύμπλεγμα έρχεται η απελευθέρωση, που είναι φυσικό ακόλουθο της διαδοχής γονέων και τέκνων». Η μητέρα του ήρωα, παρουσιάζεται ελλιπής συναισθημάτων και σύνδεσης, παρά τους «εναγκαλισμούς» του δραπέτη γιού της. Από την αρχή του έργου, μας δίνεται η εικόνα ότι με τέτοιες γονικές συνθήκες, το νόημα του θανάτου ίσως και να έχει περισσότερο ενδιαφέρον, από το νόημα της ζωής. Ο Τσούκκο, αποτελεί, ήδη, ένα αίνιγμα…

Στην σκηνή στην οποία ο Τσούκο επισκέπτεται ένα σπίτι οικογένειας και συνευρίσκεται με τη μικρότερη κόρη, αντιλαμβανόμαστε ότι η θεμελιώδης οικογενειακή σχέση, η σημασία της σύνδεσης μεταξύ των αδελφών, «αποπνέουν τον αέρα μίας φυσιολογικής κατάστασης», αλλά μάλλον στερούνται αυθεντικού συναισθηματισμού και τρυφερότητας, ενώ η οικογένεια δεν είναι ποτέ «ουσιαστικά δεμένη».

Οι σαθρές θεμελιακά οικογένειες αυτοκαταργούνται, η μία δολοφονία διαδέχεται την άλλη, η επίπλαστη λογική των αρχών κατακερματίζεται, τα ζευγάρια δίχως αγάπη καταδικάζονται αιώνια. Η ερμηνευτική της δρ. Δορμπαράκη, δεν θα μπορούσε να μας δείξει με καλύτερο τρόπο την απελπιστική κατάσταση των πρωταγωνιστών και τη μοναξιά του ήρωα, οι οποίοι μέσα στην πολυκοσμία κι έναν κόσμο όπου τα ήθη είναι ελεύθερα, ουσιαστικά «στέκονται αποκομμένοι». Η πένα της Μαριανίκης Δορμπαράκη οδηγεί την προσοχή μας στις αντιθέσεις που «υπογραμμίζουν τις πράξεις: ο χώρος αναψυχής, γίνεται χώρος φόνου, οι χαρωπές δραστηριότητες του κόσμου, μετατρέπονται σε τρομώδεις, η ελευθερία του ανοικτού χώρου, μετουσιώνεται σε σκηνικό ομηρίας». Οι «κίβδηλοι ηθικοί κανόνες» κι οι ατελέσφορες κοινωνικές αυταπάτες μπορούν να μετατρέψουν ακόμη κι ένα αγνό κορίτσι σε «εμπόρευμα».

Η επεξεργασία των σχέσεων του ήρωα με όλους όσους έρχεται σε επαφή κατά τη διάρκεια του έργου, υποδηλώνει την ανάγκη για άσκηση εξουσίας, αντί της ανάληψης ευθύνης και ανταπόκρισης στην βοήθεια, που σε κάποιο σημείο του προσφέρεται. Η εμπλοκή του Τσούκκο, με το σκοτάδι, γίνεται πλέον συνειδητή, καθώς τον παρατηρούμε να «ψυχραίνει» και να αποφασίζει να «μην θέλει να γίνει αντιληπτός».

Ευτυχώς, έρχεται η βροχή, η οποία, όπως μας εξηγεί η δρ. Δορμπαράκη, λειτουργεί ως κάθαρση για την πόλη, όχι όμως και για τον ήρωα, για τον οποίο ο συγγραφέας του διαφυλάσσει την αύξηση της αίσθησης της εγκατάλειψης. Ακόμα κι όταν παραληρηματικά, η παιδούλα-ιερόδουλη (πλέον) ορκίζεται αιώνια πίστη κι αφοσίωση στον συλληφθέντα ήρωα, οι θεατές δεν βρίσκουν λέξεις να απαντήσουν μέσα τους… Ο Τσούκκο φθάνει στο τέλος μίας σκοτεινής πορείας παρέα με το συμπέρασμα των αστυνομικών αρχών «ότι είναι τρελλός».

Η ψυχογραφική πένα της δρ. Δορμπαράκη, μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι όλο το έργο περιέχει συνεχείς αναζητήσεις γύρω από τα στερεότυπα, τα αισθήματα, και τις αξίες μίας κοινωνίας που δεν διαφέρει και πολύ από τη σημερινή: «Ο θεατρικός ήρωας, όπως και στην αρχαία ελληνική τραγωδία, δεν κινείται μέσα από κίνητρα, δεν είναι δέσμιος δράσεων κι αντιδράσεων»… «Η μοίρα του Τσούκκο συνάδει με αυτήν των τραγικών ηρώων, καθώς εκδηλώνεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αλλάζοντας ριζικά την καθημερινότητα, πραγματώνοντας ακραίες αποφάσεις. Το αποτέλεσμα; Σημαδεμένοι άνθρωποι, κοινωνικές συγκρούσεις, πτώματα: όλα μαρτυρούν ότι τα άγγιξε το μεγαλείο της τραγικότητας.»

Διάβασα πως ο άγγλος μελετητής Ντέιβιντ Μπράντλι, είχε γράψει για τον ήρωα: «ο Τσούκκο βρίσκεται πέρα από την κατανόηση των θεατών: ενσαρκώνει την κοσμική σκληρότητα που έχει ως γνώρισμα την αδιαφορία».

Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε προσπάθεια ψυχογραφικής ανάλυσης του ήρωα-δράστη έδειχνε αδύνατη, καθώς το έργο από μόνο του αποθάρρυνε τέτοιου είδους απόπειρες. Μολαταύτα! Η δρ. Δορμπαράκη, κατόρθωσε με εξαιρετική επιτυχία να μετουσιώσει τα νοήματα του έργου, να εστιάσει στο λογοτεχνικό ανεξήγητο της ανθρώπινης συμπεριφοράς, να δει και να ερμηνεύσει αρχετυπικά το ισχυρότερο ανθρώπινο δίπολο: του έρωτα και του θανάτου και να παρατηρήσει με την μοναδική της ματιά τους μονόλογους και τις υπαρξιακές αγωνίες που εκφράζουν οι χαρακτήρες που ενώ «ρέπουν προς την ενδοσκόπηση», μας κάνουν να αναρωτιόμαστε εάν οι βίαιες ή οι απάνθρωπες τάσεις που χαρακτηρίζουν τους ήρωες του Koltes, υπό συνθήκες, θα μπορούσαν να υπάρξουν σε όλους μας…

Η ιστορία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα: Ο Ιταλός Ρομπέρτο Ζούκο δολοφονεί, βιάζει, συλλαμβάνεται, σπουδάζει, δραπετεύει, απαγάγει. Η ιστορία ξεκινά το 1981 κι λήγει 1988, με την αυτοκτονία του ήρωα-δράστη.

 

Απόσπασμα από το βιβλίο του Bernard-Marie Koltes, Ρομπέρτο Τσούκκο, εκδόσεις Άγρα

Τσούκκο: Είμ’ ο δολοφόνος του πατέρα μου, της μητέρας μου, ενός επιθεωρητή της αστυνομίας κι ενός παιδιού. Είμ’ ένας φονιάς. […] Δεν πρέπει να προσπαθείτε να διασχίσετε τους τοίχους, γιατί, πέρ’ απ’ τους τοίχους, υπάρχουν άλλοι τοίχοι, υπάρχει πάντα η φυλακή. Να δραπετεύετε απ’ τις στέγες, προς τον ήλιο. Δεν θα βάλουν ποτέ έναν τοίχο ανάμεσα στον ήλιο και τη γη. […] Έτσι κι αλλιώς, ένας χρόνος, εκατό χρόνια, το ίδιο κάνει• αργά ή γρήγορα, όλοι θα πεθάνουμε, όλοι. Κι αυτό, αυτό κάνει τα πουλιά να τραγουδούν, αυτό κάνει τα πουλιά να γελούν. 

Η μητέρα: Γιατί αυτό το παιδί, τόσο φρόνιμο επί εικοσιτέσσερα χρόνια, στα καλά καθούμενα τρελάθηκε; Πώς έγινε κι εκτροχιάστηκες, Ρομπέρτο; Σ’ αυτόν τον τόσο ίσιο δρόμο ποιος έβαλε ένα κούτσουρο να σε ρίξει στην άβυσσο; Ρομπέρτο, Ρομπέρτο, έν’ αυτοκίνητο που έγινε κομμάτια στο βάθος μιας χαράδρας, δεν διορθώνεται. Ένα τρένο που εκτροχιάστηκε, δεν προσπαθούν να το ξαναβάλουν στην τροχιά του. Το παρατάνε, το ξεχνάνε. Σε ξεχνώ, Ρομπέρτο, σ’ έχω ξεχάσει.

 

* H Χαρίκλεια Μανουσάκη είναι επιστημονική Συνεργάτης σε Θέματα Ψυχικής Υγείας κι Επικοινωνίας

Ετικέτες:
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Back to Top