Fractal

Ιστορίες Μέλλοντος: «Φωνή αύρας λεπτής»

Του Γιάννη Πατσώνη // *

 

mellonpatswnis

 

Απ’ τις τρεις, πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι, πετάχτηκε. Πήγε στην πιλοτή, κάθισε στο τιμόνι. Σε λιγότερο από δυο ώρες, θα ’φτανε. Δεν πήρε την καθιερωμένη διαδρομή από την εθνική οδό· Ρεντίνα, Σταυρός, Ολυμπιάδα, Στρατώνι. Προτίμησε από Θέρμη να βγει Πολύγυρο, μετά Γομάτι και να η Ιερισσός, όπου, παρόλη τη σκοτίδα, διάβασε σ’ ένα πανό «Σκουριές: Κρανίου τόπος. Όχι στο χρυσάφι του θανάτου». Τοποθεσία με την σκορίαν του σκότους εγκατασπαρμένην.

Χάραζε, όταν μετά τα Νέα Ρόδα, φάνηκε στο βάθος ο Πύργος της Ουρανούπολης. Κι ήταν μόνο έξι παρά. Το γραφείο προσκυνητών άνοιγε στις εφτά. Πάρκαρε στο απέναντι γκαράζ, κάτω από μια δίκορμη ελιά. Φυσούσε ένα ανάλαφρο αεράκι που έκανε να θροΐζουν τ’ αργυροπράσινα φύλλας. Θ’ άναβαν οι λαμαρίνες τόσες μέρες που θα έλειπε στο Αγιονόρος – αυτή τη φορά θα πήγαινε ως τα Καυσοκαλύβια· εκεί που ο όσιος Μάξιμος, υποκρινόμενος το μωρό, έκαιγε τις αχυροκαλύβες του, όπου κατά καιρούς έμενε και περιπλανιόταν ως δια Χριστόν σαλός.

Στις επτά άνοιξε το γραφείο, πήρε το διαμονητήριό του. Κατηφόρισε προς το λιμανάκι, όπου κάτι ερασιτέχνες ψαράδες, με φωνές έμπαιναν στα φουσκωτά τους, για τ’ απέναντι ξερονήσια, που οι ντόπιοι τα λένε Γαϊδουρονήσια και στις επιγραφές των τουριστικών πρακτορείων ονομάζονται  Δρένια. Εκεί, ευτυχώς, «δεν είχαν χαλάσει ακόμα τα έργα του Θεού» – γυμνά από αξιοποιήσεις.

Έφερε μια βόλτα στο χωριό, μέχρι που στις δέκα παρά τέταρτο ξεκίνησε το φεριμπότ «Άξιον Εστί» για Δάφνη. Μετά κάνα-δυο ώρες θα ’φταναν. Ανέβηκε στο κατάστρωμα. Είχε μαζί του ένα φυλλάδιο που το ’χε βρει αφημένο στο παγκάρι μιας εκκλησίας: «Από τις προφητείες του Ησαΐα». Άρχισε να διαβάζει: «Ακούσαμε από τα πέρατα και τις εσχατιές της γης θαυμαστά γεγονότα: ελπίδες για τους ευσεβείς· φόβος, λάκκος ολέθριος, παγίδες, για όσους αθετούν το νόμου του Θεού. Συγκλονισμός της γης, θα σειστούν τα θεμέλιά της. Η πρόσκαιρη σκηνή του παρόντος κόσμου θα καταπέσει, επειδή υπερίσχυσε η ανομία, σαν ένα πρόχειρο, φτιαγμένο τσαρδάκι μες στο χωράφι, όπου φυλάει ο γεωργός τα οπωρικά του. Θα πενθήσει ο οίνος, θα πενθήσει ξηραινομένη η άμπελος, θα παύσουν να κροτούν τύμπανα ευφρόσυνα και κιθάρες. Θα παύσει αυθάδεια και πλούτος ασεβών. Θ’ ανοίξουν οι θυρίδες του ουρανού για να πέσουν οι καταρράκτες της οργής Του. Οι πόλεις θα εγκαταλειφθούν έρημες. Κι αυτά όλα θα γίνουν, έτσι όπως ραβδίζουν μια ελιά, ώστε να μην απομείνει στα κλαδιά της ούτε ένας καρπός. Έτσι θεριστούν οι ασεβείς, όπως στον τρυγητό, που γυρνάνε πάλι πίσω για να μαζέψουν και τα τελευταία απομεινάρια απ’ τα πεσμένα καταγής τσαμπιά – τίποτα δεν θα μείνει απ’ αυτούς. Το τείχος όπου συγκεντρώνεται η δύναμη του κόσμου τους θα πέσει, και “φθορά φθαρήσεται η γη”. Κι όλοι θα είναι τότε ίσοι έναντι των πληγών: ο λαϊκός, όπως ο ιερέας, ο δούλος όπως ο αφέντης, αυτός που αγοράζει σαν κι αυτόν που πουλάει, ο δανειστής σαν τον δανειζόμενο, κι εκείνος που οφείλει σαν κι αυτόν στον όποιον χρωστά».

Κι αυτά προβλέπει ο προφήτης αυτός, που στο τέλος τον πριόνιζαν με ξύλινο πριόνι και δοξολογούσε τον Θεό ως «σκέπη διψώντων και πνεύμα ανθρώπων αδικουμένων». Γιατί Εσύ, Κύριε, είσαι σκέπη που δροσίζεις όσους διψάνε και πνοή για όσους αδικούνται μες στον φτωχό λαό. «Η δρόσος από σένα είναι γιατρικό».

Περνούσανε τους αρσανάδες Ζωγράφου, Κωνσταμονίτου, Δοχειαρίου, Ξενοφώντος, Αγίου Παντελεήμονος (Ρωσικό) με τους χαλκοπράσινους τρούλους που άστραφταν. Θυμόταν, έτσι που φυσούσε το αεράκι, πώς εμφανίστηκε ο Θεός τον προφήτη Ηλία σ’ εκείνη τη σπηλιά στο όρος Χωρήβ: όχι με θύελλα ισχυρή που κομματιάζει τις πέτρες (ουκ ην εν τω πνεύματι Κύριος), ούτε με σεισμό (ουκ ην εν τω συσσεισμώ), ούτε με τη φωτιά (ουκ ην εν τω πυρί), αλλά φάνηκε μ’ ένα απαλό ψιθυρισμό αύρας δροσερής, σιγηλής. Φωνή αύρας λεπτής. Κακεί Κύριος.

Κάτι παιδιά μικρά γελώντας, έγερναν πάνω από τα ασπροβαμμένα κάγκελα κι έριχναν ψίχουλα στους γλάρους που φτεροκοπούσαν, βουτώντας στα βαθυκύανα κύματα. Απ’ το κεφαλάκι του πιο μικρού, ξέφυγε το χρωματιστό του καπέλο κι εκείνο έριχνε τώρα, μεγαλύτερα κομμάτια απ’ το ψωμί του, κι ανέμιζαν τα μαλλιά του τα πυρόξανθα.

Μπαίνει για λίγο μες στο θάλαμο των επιβατών. Μπόχα απ’ την κλεισούρα· μερικοί κοιμούνται ξαπλωμένοι στους πάγκους· για προσκεφάλι τους το σακβουαγιάζ. Δίπλα στο κυλικείο, ένα φθαρμένο στιχάκι: «Το βραχύ της ζωής να μετρήσεις / δεν σου φτάνουν όσα χρόνια κι αν ζήσεις». Βγαίνει και πάλι έξω, διακρίνεται στην βαθυπράσινη πλαγιά η Ξηροποτάμου.

«Μέχρις ότου μας βοηθήσεις, Κύριε, είμαστε σαν τους πολιορκημένους», έλεγες Ησαΐα κι εσύ Ηλία, που παραπονιόσουνα πως έμεινες μονώτατος, σκεπάζοντας με τη μηλωτή το πρόσωπό σου, άκουσες τη φωνή Του να σε παρηγορεί που ολομόναχος δεν είσαι· είναι κι άλλοι εφτά χιλιάδες, που δεν προσκύνησαν το είδωλο του Βαάλ.

Οι Άγιοι είναι ζώντες. Όταν έβγαλαν απ’ την εικόνα του Αϊ Νικόλα, ένα στρείδι, κολλημένο πάνω της, έτρεξε άφθονο αίμα  –    Άγιος Νικόλαος ο Στρειδάς στη Σταυρονικήτα. Κι όταν ένας οργισμένος διάκονος, χτύπησε με μαχαίρι την εικόνα της Παναγίας στο Βατοπαίδι, έτρεξε αμέσως αίμα που τον περιέλουσε και χλώμιασε η όψη της εικόνας, γι’ αυτό και πήρε το όνομα «Εσφαγμένη» από τότε.

Κι όλη αυτή η Χάρη, καθώς σε λίγο θα βρεθεί στο Περιβόλι Της, γίνεται αύρα μυρίπνοη που ψιθυρίζει:

 

Άλλος σε κόσμος, ψυχή, αναμένει…

 

Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 2013. Φωτογραφία: Γεράσιμος Δενδρινός.

Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 2013. Φωτογραφία: Γεράσιμος Δενδρινός.

 

* Ο Γιάννης Πατσώνης (Θεσσαλονίκη, 1950), έχει εκδώσει: 1) Κυλιόμενες σκάλες, Κάλβος, Αθήνα, 1982, 2) Τα μάτια των περαστικών, Κέδρος, Αθήνα, 1982 και 3) 17 Ιστορίες που ξεχωρίζουν, Γνώση, Αθήνα 1988.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Back to Top