Fractal

«I’ve been drinking»

Γράφει η Αγγελική Λάλου //

 

thumbnail_aggelikiLalou

 

Οι αφίσες, η μία πάνω στην άλλη. Το δέρμα των τοίχων. Κομματάκια ξεφλουδίζουν. Ένα ελλειμματικό ημερολόγιο. Σελίδες που γυρίζουν από τον αέρα. Ή από χέρια βιαστικά. Ή βλέμματα βιαστικά. Όλοι βιάζονται σε αυτή την πόλη. Χρόνια τώρα. Μέρες. Μήνες. Η νύχτα μόνο έχει το δικό της χρόνο. Τους δικούς της κανόνες. Και τους δικούς της περιπατητές.

Οι άνθρωποι της νύχτας. Του πάθους. Του αλκοόλ. Καπνός. Μουσική. Τα κίτρινα φώτα των δρόμων. Τα βήματα κοντοστέκουν. Οι ρυθμοί πέφτουν. Οι αντιστάσεις πέφτουν. Οι αντοχές. Αυτές προ πολλού. Ανοχύρωτα πλάσματα κυκλοφορούν στα έρημα κακοφωτισμένα σοκάκια του κέντρου. Ένα κέντρο απόκεντρο. Εχθρικό σε οικείους και ξένους. Ξένο για όλους. Αγνώριστο. Χωρίς ταυτότητα. Χωρίς ύφος. Ό,τι γράφεται μένει για λίγο γραμμένο. Ύστερα κάποιος θα το σβήσει. Ή κάποιος θα γράψει πάνω του κάτι άλλο. Μπλέκονται οι λέξεις, οι αφίσες, οι σάρκες, τα σώματα. Τα σώματα αυτής της πόλης αργοπεθαίνουν. Ή αργοζούν.

Η ανάσα σου μυρίζει οινόπνευμα. Η ατμόσφαιρα μυρίζει φωτιά. Στα χέρια σου ίχνη καπνού. Ολόκληρος ένας εκρηκτικός μηχανισμός. Μια μολότοφ κινούμενη. Πλησιάζω. Σε αναπνέω. Δεν χρειάζεται να πιώ. Αν κολλήσω τα χείλη μου στα δικά σου, θα μεθύσω αυτόματα. Αυτή η πόλη ρέει στο αίμα μας. Κυλάει στις αρτηρίες. Μέσα μας χαράσσονται δρόμοι. Πάνω στην επιδερμίδα οι δρόμοι χαράσσουν τα χνάρια τους. Τατουάζ περιπλανώμενων καλλιτεχνών, αυτοδίδακτων.

Μου γυρίζεις την πλάτη. Απομακρύνεσαι. Όταν σκύβει μέσα μου αυτή η πόλη, σκοτεινιάζει. Η νύχτα τρυπώνει από παντού. Από τις χαραμάδες. Από τους ανοιχτούς πόρους. Απ’ όπου μπορεί. Πάντα βρίσκει τον τρόπο. Όσο κι αν προσπαθείς να της κρυφτείς. Όσο κι αν κλειδώνεις. Όσο κι αν κατεβάζεις ρολά. Θα μένει μια μικρή σχισμή. Μια ελάχιστη οπή. Ένα ράγισμα. Θα μένει αυτό το σχεδόν αόρατο κενό.

Σαν τα γράμματα στον τοίχο που αντιστέκονται. “’Been drinking”. Ό,τι χρώμα κι αν είναι το ποτό. Όσο δυνατό κι αν είναι. Όποιας χώρας προέλευσης. Έχει τη δική του γλώσσα. Με φθόγγους κοινούς. Φτιάχνει κώδικες. Δεν χρειάζεται καν λέξεις πολλές φορές. Καταργεί τις λέξεις. Γεμίζει τα κενά. Δημιουργεί γέφυρες. Δημιουργεί ψευδαισθήσεις. Κυρίως αυτές. Κι αυτή η πόλη η μάγισσα, έχει ταλέντο στις ψευδαισθήσεις. Κερνάει έρωτες με μεγάλη ευκολία. Έρωτες σφηνάκια. Σφήνες στη μοναξιά. Εφήμερους έρωτες. Έρωτες της μιας βραδιάς. Βραδιές χωρίς όνομα. Χωρίς μνήμη. Βοηθάει και το αλκοόλ. Καταστρέφει τα εγκεφαλικά κύτταρα. Μαθαίνεις να μη θυμάσαι. Επιλέγεις να μη θυμάσαι. Επιλέγεις να ξεχνάς. Να θυμάσαι και να ξεχνάς επιλεκτικά.

Ξανακοιτάζεις τον τοίχο. Οι σκιές κρατάνε κάτι από τα σώματα που κινούνται. Φυλάσσουν τους ψίθυρους. Τις ανάσες όσους λαχανιάζουν ασθμαίνοντας. Όσους τρέχουν να προλάβουν τη ζωή που φεύγει. Τη ζωή που μικραίνει καθώς μικραίνουν οι μέρες. Καθώς μεγαλώνουν οι αποστάσεις. Καθώς γιγαντώνονται οι φόβοι.

Επιστρέφεις. Γυρνάς προς το μέρος μου. Δεν χρειάζεται να μιλήσουμε. Οι σιωπές μας έχουν την ίδια περιεκτικότητα σε αλκοόλ. Καταλαβαινόμαστε. Γεμίζουμε τα κενά από τις λέξεις που έχουν σβηστεί στους τοίχους της πόλης. Εφευρίσκουμε καινούργιες λέξεις. Αλλάζουμε την ορθογραφία. Επινοούμε μεταφορές. Γράφουμε δικά μας συνθήματα. Και ψάχνουμε νέα συνθύματα για να συνεχίζουν αυτοί οι δρόμοι να έχουν ιστορίες να αφηγηθούν και πρόθυμο κοινό να τις απολαύσει…πίνοντας το δικό του ποτό.

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Back to Top