Fractal

Διήγημα Fractal: «Η εξίσωση της αδικίας»

Της Κατίνας Βλάχου //

 

christmas_b

 

Εντάξει, δεν είμαι πια παιδί να περιμένω τις γιορτές, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, των Φώτων, σαν κάτι εξαιρετικό μέσα στην καθημερινότητά μου. Και όχι μόνο δεν είμαι πια παιδί, μα ούτε θυμάμαι και πολλά από αυτές τις γιορτινές μέρες των παιδικών μου χρόνων,  πέρα από κάτι τραπεζώματα με το καλό τραπεζομάντηλο στρωμένο, υπέργηρους θείους και θείες να μασάνε λέξεις και φαγητά  ανάμεσα από χαλαρές μασέλες -τότε δεν είχανε Super Corega βλέπεις- και τη μαμά μου να γεμίζει πιάτα, ανήσυχη μήπως και κάποιος μείνει πεινασμένος. Οπότε ήταν η καλύτερή μου, άφαγη εγώ από παιδί, που δεν με πρόσεχαν σαν κράταγα στο στόμα τη μπουκιά σχεδόν αμάσητη, μέχρι να βρω ευκαιρία να πάω να τη φτύσω  στα σκουπίδια, σκέτη αηδία.  Τις καθημερινές ήταν αλλιώς, δεν γλίτωνα ούτε το μουρουνόλαδο ούτε τη γκρίνια, με είχανε στο μάτι όλη την ώρα στο τραπέζι, με μύξες και με δάκρυα το έτρωγα  στο τέλος ό, τι ήταν μες στο πιάτο μου τα μεσημέρια. Μαρτύριο σωστό, και από πάνω να με ψέλνουν:  «δε ντρέπεσαι καθόλου, άλλα παιδιά μακάρι να ‘χανε ψωμί να φάνε, κι εσύ με χίλια βάσανα μια μπουκιά κρέας τη μηρυκάζεις με τις ώρες».

 

Άλλα παιδιά, σκέφτομαι τώρα, ίσως και να θυμούνται τα δώρα, τα στολίσματα του δέντρου, τα κεράκια να καίνε υπομονετικά, μην έρθει ο Άι- Βασίλης βαθιά νύχτα και σκοντάψει στα σκοτάδια, γλυκά παντού, και όλοι να νομίζουν πως, τούτη η μέρα που αλλάζει ο χρόνος θ’ αλλάξει στο καλύτερο και τις ζωές τους, μπορεί ακόμα και τους εαυτούς τους, έστω λιγάκι. Με τον καιρό, πες-πες, κόντεψα να το πιστέψω κι εγώ η ίδια. Και έλυνα,  μεσάνυχτα και ένα τo βράδυ της Πρωτοχρονιάς, ασκήσεις μαθηματικών, μήπως κι αλλάξει κάτι μέσα στο μυαλό μου, που με την άλγεβρα τα ‘βρισκα πάντα σκούρα, και μήπως εξοικειωθώ με τριτοβάθμιες εξισώσεις του είδους, εγώ το Φι, ο κόσμος Ψι κι ο έρωτας  μεγάλος άγνωστος Χι κεφαλαίο, να ‘χω να περιμένω κάποια λύση στης εφηβείας μου το μέγα δράμα. Έτσι γυρίζανε τα χρόνια τότε, χωρίς εξάρσεις αλλά γεμάτα προσδοκίες. Ή έτσι είχα καταλάβει εγώ τον κόσμο.

Ώσπου, κάπου τέλος δεκαετίας του ‘50, χτυπάει η πόρτα, Πρωτοχρονιάς παραμονή και μέρα Τρίτη, μεσημέρι. «Άνοιξε», φωνάζει η μάνα απ’ την κουζίνα, «έχω τηγάνι στη φωτιά!», κι όλο το σπίτι μύριζε σαρδέλα, να κάνεις εμετό από τη μπόχα. Σκεφτόμουν το μαρτύριο που με περίμενε αργότερα μπροστά στο πιάτο μου από τώρα. Κάτι θα σκαρφιστώ για ν’αποφύγω τις σαρδέλες, η ελπίδα, λένε, πεθαίνει πάντα τελευταία.

Στην άλλη άκρη του διαδρόμου η εξώπορτα – μέχρι εκεί βρωμοκοπούσε η ψαρίλα-  πάω κι ανοίγω. Δύο παιδιά, αγόρι και κορίτσι, στα χρόνια μου περίπου, λίγο πιο ανοιχτόχρωμα από μένα, το ίδιο αδύνατα, το ίδιο αμήχανα, έτσι μου φάνηκαν την ώρα εκείνη, μάλλον αδέλφια θα ‘ταν. «Πεινάμε», μου είπαν, «κάτι να φάμε αν σας βρίσκεται…» Και, κατά τύχη, πίσω από την πλάτη μου, στον τοίχο ακουμπισμένη, η κούκλα, πρόσφατο δώρο θείου εξ Ιταλίας, στο μπόι μου ίδια, με φαλμπαλάδες, καπελίνο, φανταχτερή αλλά αδιάφορα παρατημένη στη γωνία. Άτοπο δώρο, άκαιρο, βεβαίως δεν ήταν πια η ηλικία μου για κούκλες, ψυχρό το γυάλινό της βλέμμα, προκλητικά αμέτοχο στο δράμα, να παρακολουθεί χαζοχαρούμενη το άκρον άωτον της φτώχιας -εκείνο το σκληρό ρήμα «πεινάμε». Βουβή, θυμάμαι, έγινα παπαρούνα από ντροπή, τέτοια εξίσωση πρώτη φορά μού τύχαινε να λύσω. Εγώ το Φι, το Ψι ο κόσμος και κεφαλαίο Χι ο νέος άγνωστος που έπρεπε να αντιμετωπίσω: η αδικία.

Βουβή, θυμάμαι ακόμα, εξαφανίστηκα στο διάδρομο προς την κουζίνα, αφού όταν η γη οφείλει να μας καταπιεί δεν της προκύπτει, κι εγώ έπρεπε να χαθώ από προσώπου της αυτή την ώρα της μεγάλης ενοχής, ντροπής και απελπισίας. Και ψάρια και τυρί, ψωμί και κουλουράκια τους έδωσα και πήραν, κι ύστερα κλείστηκα στην κάμαρά μου, ήθελα να πεθάνω εδώ και τώρα. Δεν πέθανα, εννοείται. Αλλά για να εξιλεωθώ από το κρίμα και ψάρια και ψωμί έφαγα αδιαμαρτύρητα το μεσημέρι εκείνο, παραμονή Πρωτοχρονιάς και μέρα Τρίτη. Δεν έβγαινε αλλιώς η εξίσωση της αδικίας. Λες κι είχε κάτσει στο λαιμό μου ένας κόμπος από σαρδέλες κι ενοχή ανακατεμένες.

Πενήντα χρόνια έχουν περάσει από τότε. Από την ιστορία αυτή είχαν χαθεί τα συναισθήματα τελείως μες στο χρόνο. Μία εικόνα είχε μείνει μόνο, η κούκλα με τους φαλμπαλάδες και μια απαίσια μυρωδιά από σαρδέλες. Το ξέρουμε, άλλωστε, η μνήμη είναι επιλεκτική και συχνά σβήνει αυτά που μας προκάλεσαν ντροπή και πόνο. Φταίει, ίσως, και που δεν τόλμησα τότε να ρωτήσω, πώς γίνεται να υπάρχει κόσμος που πεινάει, την ώρα που εγώ είχα να φάω. Φοβόμουνα μη φορτωθώ κι άλλη ενοχή; Ποιος ξέρει. Πενήντα χρόνια έχουν περάσει από τότε. Πενήντα οι Πρωτοχρονιές απρόσκοπτης ανάπτυξης κι ευημερίας φτάνουν και περισσεύουν για να ξεχάσει κάποιος τι σημαίνει φτώχεια, αν μάλιστα δεν την έζησε ο ίδιος στο πετσί του.

Και να ‘σου φέτος ξύπνησε ολόκληρη η μνήμη. Και έπιασα τον εαυτό μου πάλι  να προσπαθεί να λύσει εξισώσεις τρίτου βαθμού, παραμονή Πρωτοχρονιάς, με τρεις αγνώστους, Χι το εγώ, ο κόσμος Ψι και, στο τετράγωνο, της αδικίας το Άλφα να με απελπίζει. Σαν τα φαντάσματα του παρελθόντος επανήλθαν οι άγνωστοι των εξισώσεων ατόφιοι, κι ας τρώγω πια σαρδέλες ευχαρίστως. Κι όλο νομίζω πως, να, τούτος ο χρόνος που γυρίζει,  θ’ αλλάξει στο καλύτερο τον κόσμο, μπορεί ακόμα και τους εαυτούς μας, τη ζωή γύρω μας, έστω λιγάκι. Να μου λυθούν οι εξισώσεις επιτέλους, να μην παγώνει η ψυχή μου, όταν θυμάμαι  να με κοιτάζει με κρύο βλέμμα και αλαζονικό της ευρωπαίας κούκλας μου το μάτι. Όλοι επιμένουν πως η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία. Αλλά κι αυτή, πόσο ν’ αντέξει , με άδειο το στομάχι.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Back to Top