Fractal

Άννα Ετιαρίδου: «Δεν ξέρω, ίσως τελικά να είμαστε το λάθος της Εξέλιξης»

Συνέντευξη στη Νιόβη Ιωάννου // και στον Δημήτρη Βαρβαρήγο //

 

etiaridou

 

Στη «Μικρή Πλάνη», ένα θέατρο στο Παγκράτι, Δικαιάρχου 106-108, εδώ και μερικά χρόνια ανθίζει ο πολιτισμός της υποκριτικής τέχνης από δυο νέους ηθοποιούς την Άννα Ετιαρίδου και τον Κώστα Δελακούρα, που με σθένος, ζήλο και ακάματο ενδιαφέρον ανεβάζουν έργα διεθνούς ρεπερτορίου με μεγάλη επιτυχία.

 

-Όταν ερωτάται κάποιος πότε ήταν η καλύτερη ηλικία του συνήθως μιλούν οι περισσότεροι για τα παιδικά τους χρόνια. Μίλησε μας για τα δικά σου να σε μάθουμε καλύτερα.

Τα παιδικά μου χρόνια ήταν πολύ ευτυχισμένα και γεμάτα παιχνίδι. Ευτυχώς πρόλαβα το ελεύθερο «παιχνίδι στην αλάνα», το οποίο κατά τη γνώμη μου είναι η καλύτερη πηγή μάθησης για ένα παιδί. Η γειτονιά σε βοηθάει να αναπτύξεις όλες σου τις ικανότητες και να τις εξελίξεις σε μεγαλύτερο βαθμό από ατελείωτες ώρες μπαλέτου, καράτε, ξένων γλωσσών και άλλων δραστηριοτήτων με τις οποίες φορτώνουμε τα παιδιά σήμερα. Και νομίζω πως πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος να αντικαταστήσουμε τις παλιές αλάνες με νέους χώρους ελεύθερου παιχνιδιού.

 

-Η παράσταση ‘Στη Νεκρά’ του Ρεμί ντε Βος συνεχίζεται από την Ομάδα Πλάνη για δεύτερη συνεχή σεζόν. Μιλήστε μας για το έργο και τους λόγους για τους οποίους το ανεβάσατε για δεύτερη χρονιά.

Είναι ένα έργο που μας αφορά πολύ, ειδικά στην Ελλάδα του σήμερα. Ο εργασιακός τρόμος που εξαπλώνεται σε όλη τη Δυτική κοινωνία είναι στο επίκεντρο του έργου. Ο φόβος της ανεργίας, η τρομερή πίεση που ασκείται πλέον σε κάθε εργαζόμενο, το αχαλίνωτο καπιταλιστικό σύστημα που «τρώει» τους πολίτες του, είναι μερικά από τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται το έργο.

 

-Σύγχρονο έργο που ενώ γράφτηκε πριν 22 χρόνια θίγει καίρια προβλήματα της σημερινής εποχής.

Συμβαίνει κάτι το τρομερό σήμερα στην κοινωνία μας. Αντί να βρισκόμαστε σε μία κατάσταση δημιουργίας και εξέλιξης, ζούμε μέσα σ’ ένα καθημερινό τρόμο ότι θα χάσουμε αυτά που αποκτήσαμε τα προηγούμενα χρόνια. Δεν ξέρω, αλλά πιστεύω ότι ίσως αυτός ο τρόμος να είναι χειρότερος από την αγωνία που είχαν οι προηγούμενες γενιές να «χτίσουν» κάτι, να βγουν από τη φτώχια και την ανέχεια και να ζήσουν σε καλύτερες συνθήκες. Βλέποντας το έργο, αντιλαμβάνεσαι ότι αυτά ίσχυαν στην Ευρώπη εδώ και πολλά χρόνια και ότι στην Ελλάδα ήρθαν τα τελευταία χρόνια με την επίφαση της κρίσης.

 

-Ποιες είναι οι αντιδράσεις του κοινού βλέποντας την παράσταση;

Νομίζω ότι οι περισσότεροι ταυτίζονται πολύ με αρκετούς από τους ήρωες του έργου. Αν η «Νεκρά» παιζόταν πριν δέκα χρόνια στην Ελλάδα, ίσως και να μην αφορούσε κανέναν. Σήμερα όμως είναι μία πραγματικότητα. Γι’ αυτό και η παράσταση πυροδοτεί πολύ μεγάλες συζητήσεις μετά στο φουαγιέ!

 

-Γιατί ως λαός έχουμε δεχτεί και δεχόμαστε ό,τι μας πηγαίνει πίσω;

Επειδή δεν ξέρουμε πώς να αντιδράσουμε! Είμαστε σε κατάσταση σοκ! Εδώ και πάρα πολλά χρόνια έχει καλλιεργηθεί στην κοινωνία μας μια φιλοσοφία που παροτρύνει στην ατομικιστική αντιμετώπιση των προβλημάτων! Εν ολίγοις, η κοσμοθεωρία μας είναι να είμαστε καλά εμείς και οι δικοί μας και για όλους τους άλλους δε δίνουμε καμία σημασία. Ε, είναι λογικό λοιπόν, όταν σκέφτεσαι έτσι, να μην μπορείς να σκεφτείς συλλογικά. Μεμονωμένα όμως δεν μπορεί να υπάρξει αντίδραση.

 

-Πώς θα πρέπει να αντιδράσουμε;

Αυτό είναι ένα μεγάλο θέμα προς συζήτηση και θα αργήσουμε να βρούμε την απάντηση. Στην πραγματικότητα κανείς δεν ξέρει ποια θα ήταν η πιο σωστή και αποτελεσματική αντίδραση, γι’ αυτό και βλέπουμε αυτό το «μούδιασμα» στον κόσμο, ενώ του καταπατούνται κεκτημένα δικαιώματα χρόνων. Δεν ξέρω, πιστεύω πως η μόνη λύση θα ήταν μία απεργία διαρκείας από όλους, το να κλειστούμε όλοι στα σπίτια μας και να μην πηγαίνουμε στις δουλειές μας. Και εννοώ όλοι! Να βγει η χώρα στο off! Αυτό βέβαια σημαίνει ότι για τις μέρες που θα διαρκούσε η απεργία, θα ήμασταν χωρίς νερό και χωρίς ρεύμα. Αλλά μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μας έπαιρναν στα σοβαρά οι «ισχυροί»! Και εφόσον δε θα βγαίναμε στους δρόμους, δεν θα μπορούσαν να καταστείλουν μία τέτοια αντίδραση!

 

etiaridou_2 

 

-Ένα καινούριο βήμα μια καινούρια λέξη είναι ότι οι άνθρωποι φοβούνται. Τι είναι αυτό που σας φοβίζει;

Εμένα προσωπικά με φοβίζουν πάντα οι κυνικοί, χωρίς ηθικούς φραγμούς, άνθρωποι. Ο αμοραλισμός που επικρατεί σαν φιλοσοφία, ειδικά τα τελευταία 30 χρόνια, με τρομοκρατεί. Το να μη συγκινείται κάποιος από το δράμα του άλλου, το να μπορεί να εκμεταλλεύεται καταστάσεις, το να αντέχει να καταστρέφει. Όλη αυτή η κοσμοθεωρία δεν προμηνύει τίποτα καλό. Θα βυθιζόμαστε όλο και περισσότερο σε πρωτόγονες καταστάσεις.

 

-Πόσο ρόλο παίζουν τα ΜΜΕ στη διαμόρφωση του πολιτισμού και της πολιτικής;

Εξαιρετικά μεγάλο ρόλο, κυρίως επειδή οι άνθρωποι είμαστε τόσο αφελείς. Αν ειπωθεί κάτι στην τηλεόραση το θεωρούμε θέσφατο και δεν αναρωτιόμαστε αν είναι αλήθεια ή όχι, αν εξυπηρετεί κάποια συγκεκριμένα συμφέροντα ή αν ο σκοπός του είναι να μας παραπλανήσει ακριβώς για να μην αντιδράσουμε. Χρειάζεται να αναπτύξουμε λίγο το κριτικό μας πνεύμα επιτέλους, η εποχή της αθωότητας έχει περάσει προ πολλού.

 

-Αρκετοί άνθρωποι κάνουν αναγκαστικά μια δουλειά που δεν την αγαπούν. Εσείς έχετε αφιερώσει τη ζωή σας στο θέατρο που σημαίνει ότι και αγάπη και πάθος έχετε για τη τέχνη. Πόσο κοπιαστική είναι η ζωή του ηθοποιού;

Εξαιρετικά κοπιαστική, αλλά σου δίνει την ικανοποίηση της δημιουργίας. Στην πραγματικότητα, αν αφιερώσεις τη ζωή σου στην τέχνη, ξεχνάς την ανάπαυλα. Όλες τις ώρες είσαι «εκεί», ακόμα και νοερά, δεν σταματάς ποτέ να εργάζεσαι, πνευματικά και ψυχικά. Όμως αντλείς τόση χαρά από την τέχνη που δύσκολα θα βαρεθείς ή θα νιώσεις ότι πέφτεις στη ρουτίνα.

 

-Είστε ηθοποιοί κ επιχειρηματίες ταυτόχρονα, πόσο εύκολα είναι να διαχειρίζεστε και τις δυο αυτές ιδιότητες;

Η αλήθεια είναι ότι δεν είναι καθόλου εύκολο και μας δυσκολεύει κυρίως το επιχειρηματικό κομμάτι. Αλλά επειδή έχουμε αισίως φτάσει στο σημείο να ζούμε κάνοντας αυτό που αγαπάμε, παλεύουμε να τα βγάζουμε πέρα και με το επιχειρηματικό μέρος της δουλειάς μας, για να μπορούμε να συνεχίζουμε να κάνουμε θέατρο.

 

-Μιλήστε μας για την ομάδα Πλάνη. Λίγα στοιχεία δράσης από το παρελθόν.

Την ιδέα της «θεατρικής ομάδας» μας της έβαλε στο μυαλό στη σχολή ακόμα ο δάσκαλός μας Βίκτωρ Παγουλάτος. Ήταν μια ιδέα που τότε ακόμα δεν ήταν καθόλου της μόδας, αλλά ο Δάσκαλος επέμενε ότι είναι ο μόνος τρόπος για να έχει μια προοπτική η καλλιτεχνική μας δημιουργία και να μην αναγκαστούμε να κάνουμε «εκπτώσεις» σ’ αυτό που αγαπούσαμε και πιστεύαμε πως είναι το θέατρο. Παλεύοντας λοιπόν σε έναν ανεξάρτητο δρόμο δοκιμαστήκαμε, μάθαμε, δημιουργήσαμε. Κάθε πρωτοποριακή μας δουλειά οφειλόταν σε προηγούμενες δυσκολίες. Κάπως έτσι ξεπήδησε και το bar theatre το οποίο γεννήθηκε από ανάγκη, αλλά αναπτύχθηκε αργότερα και εξελίχθηκε σύμφωνα με την θεατρική μας φιλοσοφία. Και ξαφνικά ήρθε μία αναπάντεχη επιτυχία με την παράσταση «Μια μπύρα με τον Χένρυ» (σε κείμενα του Τσαρλς Μπουκόφσκι) η οποία παιζόταν επί δύο χρόνια και παρόλο που αυξήσαμε τις μέρες των παραστάσεων, διώχναμε κόσμο. Παρόλα αυτά, όταν νιώσαμε ότι έκλεισε μέσα μας το κεφάλαιο bar theatre, δε σκεφτήκαμε καθόλου την προηγούμενη επιτυχία, αλλά με τι θα θέλαμε να καταπιαστούμε από κει και πέρα. Κι έτσι μεταπηδήσαμε στο κλασσικό θέατρο ανεβάζοντας παραστάσεις όπως «Το Στοίχημα» του Τσέχωφ, τον «Άνθρωπο με το λουλούδι στο στόμα» του Πιραντέλλο και το «Χορό του Θανάτου» του Στρίντμπεργκ.

 

-Ο Ντοστογιέφσκι είχε πει ότι δεν χρειάζεται πολύ για να καταστρέψεις έναν άνθρωπο. Το μόνο που χρειάζεται είναι να τον πείσεις ότι η δουλειά που κάνει στερείται εντελώς κι αναμφισβήτητα κάθε χρησιμότητα και νόημα.

Όπως πάντα ο «μεγάλος» Ντοστογιέφσκι αποκάλυψε μια πολύ μεγάλη αλήθεια! Είναι η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον στο σύγχρονο κοινωνικό μας σύστημα. Ό,τι είναι επικίνδυνο για το Σύστημα δεν καταπολεμάται φανερά και άμεσα, αλλά χλευάζεται, έτσι ώστε να πέσει στην απόλυτη απαξίωση από την κοινωνία. Και όταν πάψεις να πιστεύεις κι εσύ ο ίδιος σ’ αυτό που κάνεις, τότε γίνεσαι «φτερό στον άνεμο», παύεις να υπάρχεις.

 

-Θέλω να μιλήσω για όλα με ένα τουλάχιστον πρόσωπο όπως μιλάω για τα πράγματα με τον εαυτό μου. Υπάρχει ένα τέτοιο πρόσωπο για σένα;

Όχι, δεν υπάρχει. Έχω φίλους που εμπιστεύομαι, αλλά δεν μπορώ να μιλήσω για όλα. Ευτυχώς υπάρχει το θέατρο, που μου δίνει τη δυνατότητα να φορέσω μία «μάσκα» όταν ερμηνεύω ένα ρόλο και να πω όσα στη ζωή μου δεν τολμώ να ξεστομίσω.

 

Photo: Χρήστος Καραπιπέρης

Photo: Χρήστος Καραπιπέρης

 

-Ο Μπουκόφσκι, είχε πει: Αυτό που είναι τρομερό δεν είναι ο θάνατος αλλά οι ζωές που οι άνθρωποι ζουν ή δεν ζουν μέχρι να πεθάνουν. Ο ηθοποιός είναι τυχερός γιατί στη ζωή του ζει πολλές και διαφορετικές ζωές. Πως το βιώνετε αυτό;

Είναι αυτό που είπα και παραπάνω. Το θέατρο σου δίνει τη δυνατότητα να μιλήσεις για τα πάντα, να ζήσεις τα πάντα, να περάσεις «μέσα» από τα πάντα. Το απολαμβάνω απίστευτα αυτό, είναι μία διαδικασία που δεν με κουράζει ποτέ, νιώθω ότι με απελευθερώνει και τις πιο πολλές φορές βγαίνω πιο δυνατή μέσα από αυτή τη διαδικασία! Είναι συναρπαστικό το θέατρο, ειδικά όταν το αντιμετωπίζεις ελεύθερα και χωρίς φόβο!

 

-Υπάρχει κάτι χειρότερο από τη μοναξιά;

Δεν ξέρω, δεν την έχω βιώσει, αν και απολαμβάνω τρομερά τη μοναχικότητα. Προσωπικά πιο πολύ με τρομάζει η αρρώστια. Πιστεύω πως η μοναξιά, σ’ έναν πολύ μεγάλο βαθμό, είναι και επιλογή. Αν πέρασες από αυτό που λέμε Ζωή και δε βρέθηκαν άνθρωποι να είναι κοντά σου, μπορεί να σημαίνει ότι εσύ ο ίδιος δεν επέλεξες να είναι κοντά σου.

 

-Ποια άλλη δουλειά θα μπορούσατε να κάνετε;

Δύσκολο να σκεφτώ. Νομίζω πως η ψυχή μου έχει βρει τη θέση της στο θέατρο και δεν μπορώ να φανταστώ πού αλλού θα ένιωθα τόσο καλά. Πάλι κάτι καλλιτεχνικό θα διάλεγα πιστεύω. Να ασχοληθώ με τη μουσική ή το γράψιμο.

 

-Υπάρχουν δουλειές που θα αισθανόσουν ντροπή να τις κάνεις;

Ναι! Θα ντρεπόμουν να γίνω πολιτικός! Αστειεύομαι βέβαια, αλλά η αλήθεια είναι ότι θα ντρεπόμουν σε οποιαδήποτε δουλειά στην οποία θα αναγκαζόμουν να κάνω άλλα από αυτά που πιστεύω, εκεί όπου θα έπρεπε να πάω ενάντια στη φιλοσοφία και τα «πιστεύω» μου. Νομίζω πως δεν θα το άντεχα, θα αρρώσταινα.

 

-Πόσο ρόλο παίζει η ευσυνειδησία στο δικό σας χώρο;

Σε όλους τους χώρους παίζει ρόλο η ευσυνειδησία, όχι μόνο στο θέατρο. Το πρόβλημα είναι ότι η ευσυνειδησία σπανίως επιβραβεύεται. Σε βαθμό που πολλές φορές ο ευσυνείδητος νιώθει εξαπατημένος και κορόιδο.

 

-Ποια ανάγκη σε έκανε να ακολουθήσεις το επάγγελμα του ηθοποιού;

Η επιθυμία μου να μπω στη θέση άλλων ανθρώπων, να νιώσω ό,τι νιώθουν, να τους καταλάβω και μέσα από αυτούς να μιλήσω για όλα τα ζητήματα που απασχολούν κι εμένα!

 

-Σήμερα, μετά από την επιτυχημένη σας πορεία,  τι είναι για εσάς το θέατρο;

Ό,τι ήταν και πριν, το «υψηλό» και το «ιδεώδες», οι ανώτερες μεταφυσικές δυνάμεις που κάνουν τον κόσμο να κινείται. Μία τέχνη ανεξάντλητη, που σου δίνει τη δυνατότητα να ανοίγεις μια μικρή πορτούλα και να διαπιστώνεις ότι πίσω της βρίσκονται κι άλλες πόρτες και πίσω από κάθε μία πόρτα από αυτές, κι άλλες, κι άλλες! Δεν εξαντλείται το θέατρο, απλώνεται στο άπειρο!

 

-Τι ήταν εκείνο που σ’ έκανε ν’ ασχοληθείς με τη σκηνοθεσία;

Κυρίως η ανάγκη! Φτιάξαμε την ομάδα Πλάνη, αλλά το να σκηνοθετούμε όλοι μαζί ήταν πραγματικά πολύ δύσκολο! Ο καθένας έλεγε τη γνώμη του, διαφωνούσαμε ώρες ολόκληρες και πολλές φορές οι πρόβες δεν προχωρούσαν καθόλου κι εμείς νιώθαμε εξαντλημένοι! Ε, δε γίνεται, είπαμε, πρέπει κάποιος να παίζει και το ρόλο του σκηνοθέτη! Και τον αναλάβαμε εναλλάξ.

 

-Ποια ήταν η πρώτη σου σκηνοθετική δουλειά;

«Να φύγη ο Τρελλός από την Αυλή»! Μία παράσταση bar theatre σε κείμενο του Κώστα Δελακούρα που παίξαμε το 1999.

 

-Πόσο δύσκολο είναι ο σκηνοθέτης να κάνει τον ηθοποιό να ελευθερώσει αυτό που έχει μέσα του;

Νομίζω πως το πρώτο που πρέπει να κάνει ο σκηνοθέτης είναι να παραμερίσει τον εγωκεντρισμό του. Πρέπει να βυθιστεί στο έργο και να «νιώσει» τι αυτό θέλει να πει. Και μετά, αφού ο ίδιος θα έχει «μεταλάβει» την αλήθεια του έργου, να αντιληφθεί τις ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα του κάθε ηθοποιού και να του μιλήσει στη γλώσσα του, ώστε να τον κάνει να «νιώσει» κι αυτός. Αν ξεκινήσει με δογματικό τρόπο, το πιο πιθανό είναι να αποτύχει να μεταδώσει στον ηθοποιό τις ιδέες και τα συναισθήματα του έργου και χωρίς αυτά, θέατρο δεν υπάρχει.

 

-Όταν σκηνοθετείς νιώθεις την ίδια ευχαρίστηση με τις στιγμές που παίζεις;

Απολαμβάνω εξαιρετικά την πρόβα όταν σκηνοθετώ, έχοντας την ασφάλεια ότι βρίσκομαι «απ’ έξω» και μπορώ να βουτήξω στο έργο, χωρίς να εκτίθεμαι προσωπικά και χωρίς να έχω την υποχρέωση να «φέρω» εγώ το βάρος του κάθε ρόλου. Όμως η απόλαυση που νιώθει ο ηθοποιός παίζοντας σε μία παράσταση είναι κάτι το ασύγκριτο και δεν το αλλάζω με τίποτα!

 

-Ποια είναι η πιο συγκλονιστική στιγμή για σένα; Όταν η παράσταση ετοιμάζεται ή το πρώτο χειροκρότημα;

Όταν η παράσταση ετοιμάζεται, κυριαρχεί το άγχος και η αγωνία. Στο πρώτο χειροκρότημα κυριαρχεί η ανακούφιση! Και τα δύο είναι εξαιρετικά συγκλονιστικές στιγμές, αλλά αν με ρωτήσεις από όλες τις παραστάσεις που έχω παίξει, ποια στιγμή θυμάμαι περισσότερο, θα σου πω τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα πριν την πρεμιέρα. Το χειροκρότημα δεν το θυμάμαι ποτέ.

 

-Πόσο σημαντικό είναι να γνωρίζουμε τον εαυτό μας;

Είναι μία διαρκής μάχη που δεν τελειώνει ποτέ. Αν βαλθούμε να γνωρίσουμε τους άλλους ανθρώπους, αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα γνωρίσουμε και κάτι από τον εαυτό μας. Δυστυχώς, κανείς δεν μπορεί να δει τον εαυτό του, χρειάζεται καθρέφτης για να συνειδητοποιήσεις πώς δείχνεις. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τον εσωτερικό εαυτό μας, τον αναγνωρίζουμε μόνο αν κάποια στοιχεία μας τα δούμε σε άλλους. Και όπως λέει και ο Σαίξπηρ: «το θέατρο πάντα κρατάει ψηλά έναν καθρέφτη για να καθρεφτίζεται η αλήθεια».

 

-Η τέχνη είναι ο χώρος που συναντιούνται οι πιο μεγάλες αντιφάσεις. Τι έχετε να πείτε γι αυτό;

Ο Άνθρωπος είναι ένα πλάσμα γεμάτο αντιφάσεις! Μέσα του συνυπάρχει η κόλαση και ο παράδεισος, τα υψηλά και τα ποταπά, το μεγαλείο και η χυδαιότητα. Η τέχνη είναι πάντα ο χώρος που ο άνθρωπος εκφράζει τις ιδέες του, τα συναισθήματά του, τα μεγάλα του ερωτήματα… Πώς λοιπόν να μην συναντιούνται μέσα στην τέχνη οι μεγαλύτερες αντιφάσεις, αφού είναι τόσο αντιφατικό πλάσμα ο άνθρωπος;

-Είναι ρατσιστές οι έλληνες;

Φοβάμαι πως ναι. Κατά τη γνώμη μου όλοι οι άνθρωποι είμαστε ρατσιστές. Αρεσκόμαστε εξαιρετικά σ’ αυτό το διαχωρισμό μεταξύ «ημών» και των «άλλων», πολλές φορές χωρίς να μπορούμε να αποσαφηνίσουμε ποιος είναι ο «άλλος». Μας αρκεί να νιώθουμε ότι ανήκουμε σε κάποια ομάδα και ότι αυτή η ομάδα είναι ανώτερη από κάποια άλλη ομάδα. Και όσο πιο άγνωστη είναι η άλλη ομάδα, όσο λιγότερα ξέρουμε και καταλαβαίνουμε γι’ αυτήν τόσο πιο ρατσιστές γινόμαστε.

 

-Πώς επηρέαζε η κρίση το θέατρο;

Όπως όλα γύρω μας εξαρτώνται από τις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες, έτσι εξαρτάται και το θέατρο. Οι περισσότεροι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα καθημερινά, οπότε το πρώτο που θα κόψουν είναι οι «έξτρα» δραστηριότητες. Βέβαια, πολύ συχνά συμβαίνει και το αντίθετο: «δυσκολεύομαι στον καθημερινό αγώνα, καιρός λοιπόν να θρέψω την ψυχή μου».

 

-Πως θα μπορούσε να καταπολεμηθεί η ρατσιστική τάση κάποιων ανθρώπων;

Νομίζω ότι συμφωνούμε όλοι ότι εδώ τον πρώτο λόγο τον έχει η Παιδεία. Μπορεί όλοι μας να έχουμε κάποιες μικρές ρατσιστικές ιδέες κατά καιρούς, αλλά δε βγαίνουμε όλοι να σκοτώνουμε ξένους. Αυτό είναι δείγμα πολύ χαμηλού μορφωτικού επιπέδου και αυτή η άμετρη οργή είναι δείγμα παλιότερης κακοποίησης.

 

-Ο ρατσισμός εμπεριέχει φόβο. Τι είναι αυτό που φοβούνται οι άνθρωποι;

Το διαφορετικό. Αυτό που δεν ξέρουν. Και φυσικά να μη χάσουν αυτό που έχουν. Να μην εισβάλλει κάτι καινούριο, άγνωστο και ακατανόητο στο ζωτικό τους χώρο.

 

-Πώς θα μπορούσε η Πολιτεία να βοηθήσει τους μετανάστες να ενταχτούν στην ελληνική πραγματικότητα;

Δεν ξέρω. Είναι ένα ζήτημα στο οποίο οι γνώσεις μου δεν είναι επαρκείς. Νομίζω πως πρέπει να βοηθήσει η Ευρώπη, η οποία προς το παρόν, έχει υιοθετήσει το ρόλο του Πόντιου Πιλάτου και αφήνει αβοήθητους και τους πρόσφυγες, αλλά και την Ελλάδα. Απλά νομίζω ότι βαραίνει περισσότερο το να γλιτώσουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι από τον πόλεμο, παρά το να λέμε ότι δεν υπάρχει λύση. Όπου υπάρχει βούληση, υπάρχει και τρόπος.

 

-Όποιος δε φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, του μοιάζει, είχε πει ο Χατζηδάκης. Εμείς σαν λαός πιστεύεις πως έχουμε χάσει την αίσθηση του ωραίου , συνηθίσαμε πλέον στη φρίκη;

Σε πολύ μεγάλο βαθμό, ναι. Έχουμε γαλουχηθεί πολλά χρόνια τώρα στο να βλέπουμε εικόνες φρίκης και να γυρίζουμε το κεφάλι από την άλλη. Μόνο όταν χτυπήσει την πόρτα μας η φρίκη, αντιλαμβανόμαστε τι συμβαίνει.

 

-Τι σημαίνει άνθρωπος για εσάς;

Αυτό που έλεγα και πριν. Η κόλαση και ο παράδεισος μαζί. Θα ήταν πολύ απλό για τον άνθρωπο αν παρέμενε στην απλή, πρωτόγονη σκέψη των ζώων. Αλλά με έναν περίεργο τρόπο, η σκέψη του ανθρώπου πήρε άλλους δρόμους και δημιούργησε αυτό που λέμε Πολιτισμό. Βέβαια, ο Πολιτισμός πολλές φορές πάει ενάντια στις επιταγές της Φύσης. Και γι’ αυτό ο άνθρωπος είναι τόσο αγωνιώδες πλάσμα, δεν ξέρει ποιο δρόμο να ακολουθήσει. Δεν ξέρω, ίσως τελικά να είμαστε το λάθος της Εξέλιξης.

 

-Πόσο τολμηρή μπορεί να γίνει μια σκέψη;

Απόλυτα τολμηρή, ειδικά αν είναι καλά κρυμμένη!

 

-Πως νιώθεις όταν η σκηνοθετική σου άποψη περνάει στον κόσμο με επιτυχία;

Νιώθω δικαίωση! Νιώθω ότι κατάφερα να κοινωνήσω την αλήθεια του συγγραφέα που, για μένα τουλάχιστον, αυτό είναι πάντα το κίνητρο. Νιώθω ότι επιτέλεσα το χρέος μου.

 

-Όταν περιμένεις μια διάκριση και δεν στην απονείμουν, πως αισθάνεσαι;

Η αλήθεια είναι ότι δεν ασχολούμαι με διακρίσεις, δεν τις κυνηγώ, οπότε δεν τις περιμένω κιόλας.

 

-Πως μπορεί να συμπορεύεται η πολιτική με το θέατρο;

Μόνο στο πλαίσιο του κοινωνικού συσχετισμού. Το θέατρο αντικατοπτρίζει την κοινωνία. Όμως ένα θεατρικό κείμενο ή μια παράσταση σε εντεταλμένη υπηρεσία υπέρ κάποιας συγκεκριμένης πολιτικής πρόθεσης με απωθεί εξαιρετικά. Ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι πολιτικοποιημένος, αλλά ελεύθερος, να μην υποτάσσει την τέχνη του σε πολιτικές προσταγές.

 

-Ποιος ρόλος σε δελεάζει στο θέατρο και θα ήθελες να τον παίξεις;

Όλοι οι πολύπλοκοι ρόλοι που έχουν πολύ ψάξιμο. Η Έντα Γκάμπλερ για παράδειγμα, η Μπλανς Ντυμπουά. Αγαπώ επίσης πολύ και την Ιρίνα στις «Τρεις αδελφές» του Τσέχωφ. Ο ενθουσιασμός της στο πρώτο μέρος του έργου, η όρεξή της να δουλέψει και να προσφέρει στην ανθρωπότητα και η απογοήτευση, η απελπισία, η απόγνωση και η κούραση που νιώθει στη δεύτερη πράξη με εξιτάρει πολύ, νιώθω απόλυτα τον πόνο της.

 

-Πόσο εύκολα ταυτίζεσαι με έναν κακό ήρωα που υποδύεσαι;

Τους λατρεύω αυτούς τους ρόλους, κυρίως επειδή με απελευθερώνουν. Για παράδειγμα, όταν έπαιξα την Άλις στο «Χορό του Θανάτου» δεν έπαψα να εκπλήσσομαι με τις ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα της και το πόσο διαφορετική ήταν από μένα. Σίγουρα αν τη γνώριζα, δεν θα την έκανα με τίποτα παρέα! Όμως, πάντα στο τέλος της παράστασης ένιωθα τόσο ξαλαφρωμένη, σαν να έδιωχνε η Άλις από μέσα μου κάθε κακό συναίσθημα, φόβο, ή σκοτεινό σημείο.

 

-Υπάρχει κάποια ηρωίδα που την αγάπησες ξεχωριστά;

Η Ηλέκτρα του Σοφοκλή. Με συνεπήρε, έζησα μέσα από εκείνη όλα τα στάδια της εξύψωσης και της απόλυτης κατακρήμνισης του ανθρώπινου πνεύματος.

 

-Ο ηθοποιός βγάζει σε κάποιο βαθμό και τα δικά του απωθημένα ακόμη κι όταν υποδύεται έναν άλλο χαρακτήρα;

Φυσικά, και μάλιστα με την ασφάλεια ότι δεν εκτίθεται ο ίδιος, ότι υποδύεται απλά έναν ήρωα.

 

-Πόσο σας επηρεάζει μια κακή κριτική;

Προσπαθώ να την καταλάβω. Τις πιο πολλές φορές, όντας μέσα στην παράσταση, δεν έχεις αίσθηση του τι εντύπωση κάνει προς τα έξω. Είναι λοιπόν πολύ εποικοδομητικές οι κακές κριτικές ώστε να βελτιωθείς. Βέβαια, υπάρχουν και φορές που δε συμφωνώ.

 

-Γιατί δεν σε έχουμε δει στην τηλεόραση;

Δεν με «τράβηξε» ποτέ ιδιαίτερα. Νομίζω ότι πάντα φοβόμουν την τόση πολλή «έκθεση» και στα χρόνια που εγώ ξεκινούσα το θέατρο, οι περισσότερες σειρές δεν σε ενέπνεαν καλλιτεχνικά. Πρέπει να υπάρχει κι ένα «δια ταύτα» για καθετί που κάνουμε. Δεν μπόρεσα να το βρω αυτό το «δια ταύτα» μέχρι στιγμής στην τηλεόραση.

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Back to Top