Fractal

Διήγημα: «Λικέρ Δαμάσκηνο»

του Άγγελου Χαριάτη //

 

fractal_Στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα οι γειτονιές ήταν διαφορετικές, τα σπίτια διαφορετικά, οι άνθρωποι διαφορετικοί, οι ώρες και οι συνήθειες διαφορετικές. Μικρό παιδί και κάθε Κυριακή η επίσκεψη στη γιαγιά και στον παππού ήταν επιβεβλημένη. Εκεί ανάμεσα σε μυρωδιές και αρώματα σπιτικών γλυκών και φαγητών γνώρισα την κυρία Ακριβή, γειτόνισσα και κόρη της παιδικής φίλης της γιαγιάς. Εκείνη την εποχή ήταν περίπου εξήντα χρονών, αλλά το όλο της παρουσιαστικό σου έδινε την εντύπωση ότι ήταν απροσδιορίστου ηλικίας, θα μπορούσες να πεις άνετα ότι ήταν εβδομήντα ή ογδόντα ή ενενήντα ετών.

Ο παππούς και η γιαγιά ταξίδεψαν σε άλλους κόσμους την δεκαετία του ογδόντα και ίσως από συνήθεια ίσως από νοσταλγία συνέχισα να επισκέπτομαι την περιοχή, αλλά σε διαφορετικό σπίτι, στο σπίτι της κυρίας Ακριβής.

Η Ακριβή δεσποινίς σε όλα της καθόταν στο μοναδικό παράθυρο που υπήρχε στο δωμάτιο του σαλονιού και χάζευε στο δρόμο ή κουτσομπόλευε κατά μια άλλη έννοια τους γείτονες. Δεν ήξερα πιο από τα δύο ίσχυε, αυτό που ήξερα ήταν ότι γνώριζε τα πάντα για όλους. Από τι χρώμα βρακί φορούσε η κυρία Κούλα μέχρι πόσα ποτήρια κρασί έπινε ο άντρας της.

Κάθε Κυριακή πρωί πήγαινα στο σπίτι της κρατώντας ένα πακέτο τσιγάρα κασετίνα Santé και ένα κιλό δαμάσκηνα. Η Ακριβή κάπνιζε μόνο τη συγκεκριμένη μέρα, όπως και εγώ. Ανοίγαμε το πακέτο και το ξελιγώναμε. Παρέα μας είχαμε και ένα μπουκάλι λικέρ δαμάσκηνο. Έβγαζε από το σκρίνιο δύο μικρά σκαλιστά γυάλινα ποτήρια του λικέρ και τα γέμιζε μέχρι πάνω. Κάθε ποτήρι και ένα τσιγάρο. Πίναμε και καπνίζαμε σιωπηλοί. Ανάμεσα στα ποτήρια και τα τσιγάρα η κυρία Ακριβή έκανε απολογισμούς ζωής. Σε κάθε συνάντησή μας το πράγμα χόντραινε όλο και πιο πολύ. Είχε ξεκινήσει δειλά-δειλά από το δημοτικό και έπειτα από ένα χρόνο είχε φτάσει στην ηλικία των τριάντα. Μίλαγε αργά και σταθερά. Την ώρα που έβαζε ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ της ζωής της το βλέμμα της κοίταζε στον απέναντι τοίχο λες και εκεί κάποιο άγνωστο χέρι της είχε γράψει αυτά που έπρεπε να πει.

Μου είχε πει ανάμεσα στο δεύτερο και το τρίτο ποτό, τότε που το λικέρ είχε αρχίσει για τα καλά να τη ζαλίζει για τον όμορφο αρραβωνιαστικό που είχε κάποτε στην αγκαλιά της και της έταζε όμορφη και ξέγνοιαστη ζωή και εκείνη πιστεύοντάς τον του έδωσε όλα της τα χρήματα για μια νέα επιχείρηση που θα τάραζε τα λιμνάζοντα ύδατα της οικονομίας. Μόνο που αυτά κατέληξαν σε ένα βούρκο με σεντινόνερα κάπου ανάμεσα στη Φίλωνος και τη Νοταρά στη παράνομη μπαρμπουτιέρα του Τζίμη του Αμερικάνου. Και το επόμενο πρωί που τον περίμενε να φανεί για να οριστεί η ημερομηνία του γάμου δεν φάνηκε. Ούτε το μεθεπόμενο. Μέχρι που έμαθε ότι ο αρραβωνιαστικός της είχε γίνει αρραβωνιαστικός άλλης. Στην αρχή έκλαψε, σχεδόν χτύπαγε το κεφάλι της στον τοίχο από τον πόνο, αλλά μέρα με τη μέρα αυτή η πληγή έκλεινε και στο τέλος έμεινε μια μικρή ουλή ίσα για να της θυμίζει κάποια από τα παγωμένα βράδια του χειμώνα, σαν και αυτό παραδείγματος χάριν, ότι υπήρξε νέα και ερωτευμένη και προδομένη και με τη γλώσσα της τότε εποχής ατυχήσασα.

«Πρόσεχε τις γυναίκες», είπε όταν άρχισα να της λέω και εγώ για μια νέα και όμορφη που είχα γνωρίσει. «Μα με αγαπάει», της είχα πει σχεδόν επιθετικά και εκείνη αφού άναψε ακόμη ένα Santé μου χάιδεψε με το ρυτιδιασμένο κοκαλιάρικο χέρι της τα μαλλιά μου, είπε: «Η αγάπη είναι μεγάλη λέξη. Θέλει μια στιγμή για να ερωτευτείς, αλλά θέλει χρόνια πολλά για να αγαπήσεις». Την κοίταξα όπως θα κοίταζα την Παναγία και ψέλλισα ένα ευχαριστώ. Γιατί αυτή η κουβέντα της, τουλάχιστον στην περίπτωσή μου αποδείχθηκε πέρα για πέρα αληθινή. Η συγκεκριμένη πέταξε σαν αποδημητικό πουλί προς άλλους τόπους.

Σε μια ακόμη από τις συναντήσεις μας, τελευταία Κυριακή των Απόκρεω, μου είχε πει για τις φίλες και τους φίλους της. Στη ζωή της δεν είχε πολλούς. Πιο συγκεκριμένα οι μόνοι που της στάθηκαν μετά το άδοξο τέλος του αρραβώνα της ήταν ο παππούς και η γιαγιά μου. Όλοι οι υπόλοιποι έγιναν αέρας, καπνός, άνεμος. Γι’ αυτό και έκαναν παρέα. Κάθε φορά που τους ανέφερε τα δάκρυα έσκαβαν τα μάγουλά της. Το πρόσωπό της μου θύμιζε, από τις ζάρες, σταφίδα Κορίνθου πρώτης ποιότητας και είχα καταλήξει στο αθώο συμπέρασμα ότι τα πολλά δάκρυα που είχε χύσει πάνω του ήταν υπεύθυνα για αυτά τα άπειρα αυλακώματα.

«Όταν είσαι μικρός οι φίλοι είναι πολλοί. Θέλεις πως τα λέτε αυτά τα διαόλια που κάνουν αμέσως τους πολλαπλασιασμούς και τις διαιρέσεις;» ρώτησε και εγώ της απάντησα: «Κομπιουτεράκια». «Ναι κομπιουτεράκια. Τέτοια θέλεις για να τους μετρήσεις.

Κάθε χρόνος που περνάει χάνεις και από δυο-τρεις. Σαν τον πόλεμο. Στην αρχή είσαι ένα τάγμα, στο τέλος μένεις μια διμοιρία», έκανε και γέλασε. «Ο πατέρας μου ήταν στρατιωτικός γι’ αυτό τα ξέρω τα στρατιωτικά», είπε και συνέχισε αφού πρώτα κατέβασε το λικέρ της με μια γουλιά «Θα’ σαι τυχερός αν στα πενήντα σου θα έχεις δύο πραγματικούς φίλους. Στο τέλος είχα μόνο τον παππού σου και τη γιαγιά σου». «Μα καλά οι υπόλοιποι τι έγιναν;» ρώτησα με την αφέλεια των δέκα επτά μου χρόνων. «Οι υπόλοιποι είναι μασκαράδες. Να σαν και σήμερα. Όλοι είναι ντυμένοι κάτι άλλο από αυτό που είναι στην πραγματικότητα. Και έρχεται η Καθαρά Δευτέρα και εκεί βλέπεις τι κουμάσια είναι», είπε και ένα πικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. Προσπαθούσα να την καταλάβω, αλλά κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατόν. Μου έλεγε η κυρία Ακριβή ότι ο Παναγιώτης, ο Κώστας, ο Μιχάλης, ο Δημήτρης, ο Νίκος και όλοι οι υπόλοιποι ήταν κατά μία έννοια προδότες και κωλόπαιδα. Με κοίταξε σαν να έπιασε τη σκέψη μου στον αέρα και είπε: «Δεν με πιστεύεις;» «Όχι σε πιστεύω» είπα με λόγια του στόματος και όχι της ψυχής. «Το βλέπω στα μάτια σου. Δεν με πιστεύεις. Θα σου πω ότι η καλύτερή μου φίλη ήταν η επόμενη αρραβωνιαστικιά του Στέλιου», είπε και έβηξε δυνατά έτσι ώστε να σκεπάσει τη μύτη της που άρχισε να τρέχει από τη συγκίνηση. «Ποιος είναι ο Στέλιος;» ρώτησα την ώρα που προσπαθούσα να ανάψω ένα τσιγάρο. «Ο αρραβωνιάρης μου», είπε και δεν μπόρεσε να κρατηθεί. Τα κλάματα ξεπήδησαν από τα μάτια της όπως ξεπηδά θυμωμένα το νερό μέσα από ένα σπασμένο αγωγό. «Σε πιστεύω», έκανα και την αγκάλιασα. Άγνωστο πως με πήραν και μένα τα κλάματα. Μείναμε κλαμένοι και αγκαλιασμένοι μέχρι που βράδιασε.

Την επόμενη Κυριακή δεν πήγα σπίτι της. Είχε μετακομίσει δύο χιλιόμετρα πιο κάτω στην κλινική του Γαληνού. Την μεθεπόμενη πήρα ένα Sante και ένα μπουκάλι λικέρ δαμάσκηνο από ένα σούπερ-μάρκετ της κακιάς ώρας και βρέθηκα στην Ανάσταση. Άναψα ένα τσιγάρο και έβαλα ένα ποτήρι. Φίλησα την χαμογελαστή φωτογραφία της, έχυσα το λικέρ πάνω στο τάφο και άφησα τα τσιγάρα δίπλα στο καντηλάκι που προσπαθούσε μάταια να ζεστάνει την καρδιά μου.

 

xariatis* Ο Άγγελος Χαριάτης γεννήθηκε το 1975 στην Καλλιθέα Αττικής και μεγάλωσε στις γειτονιές του Πειραιά. Περιπλανήθηκε ως φοιτητής στους χώρους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με απρόσμενη (για αυτόν) επιτυχία. Σπαταλά τον ελεύθερό του χρόνο παίζοντας επιτραπέζια παιχνίδια. Είναι παντρεμένος με δύο παιδιά και ζει στα Νότια Προάστια. Εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα. Έχει γράψει τρία βιβλία: «25 Ιστορίες για ευτυχισμένους αστούς» (εκδ. Μαραθιάς), «Παράπλευρες απώλειες» (εκδ. Ιβίσκος), «Το δάχτυλο» (εκδ. Πηγή).

 

Ετικέτες:
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Back to Top